ΧΑΝΙ ΧΡΗΣΤΑΙΝΑΣ

Από μικρή τα καλοκαίρια, όταν πήγαινα στο χωριό μου στα Κόκκινα Λουριά με την οικογένειά μου, πάντα κάναμε μια στάστη στο χάνι της Χρήσταινας για να ξαποστάσουμε λίγο και να γευτούμε τα σουβλάκια της... ας δούμε την ιστορία της γιαγιάς αυτής που χρόνια και χρόνια έψηνε εκείνα τα νόστιμα σουβλάκια..... (Μary Τsirovasili)

Το «Χάνι της Χρήσταινας» 

στο Αλεποχώρι της Αρκαδίας

(Γράφει ο Βαγγέλης Μητράκος)


Στα χρόνια του `60 , κάθε καλοκαίρι , πηγαίναμε οικογενειακώς για διακοπές στο χωριό της μάνας μου , «χωρίον Κουρουνιού – Καρύταινα Γορτυνίας».


Το παλιό , γραφικό , γαλαζόλευκο λεωφορείο  με τα 32 καθίσματα , της γραμμής Σπάρτης – Τρίπολης , μας παραλάμβανε από το παλιό πρακτορείο του ΚΤΕΛ

στην οδό Βρασίδου μαζί με τα μπαγκάζια μας και αργά αλλά σταθερά ανηφόριζε το στενό φιδωτό δρόμο για το οροπέδιο της Τρίπολης .

 

Λίγο μετά τη μέση της διαδρομής , πλησιάζοντας στο γραφικό Αλεποχώρι , μια μικρή αναστάτωση κυρίευε τους μισοκοιμισμένους επιβάτες , μαζί κι ένας ψίθυρος :

 

-Κοντεύουμε στης Χρήσταινας !

 

 -Περνάμε το Χάνι της Χρήσταινας !

 

Εμείς τα παιδιά , τα αταξίδευτα , που όλα θέλαμε να τα δούμε και όλα θέλαμε να τα μάθουμε στα λιγοστά και σύντομα ταξίδια μας με το λεωφορείο , κολλάγαμε το κούτελο στο μισάνοιχτο παράθυρο και παλεύαμε να δούμε τι ήταν , επιτέλους , αυτό το περίφημο Χάνι της Χρήσταινας , που κάθε φορά αναστάτωνε τους επιβάτες . Πολλά πράγματα δεν προλαβαίναμε να δούμε . Περισσότερο έμπαινε μέσα στο λεωφορείο , σαν καλοδεχούμενος επιβάτης , τσίκνα και μυρουδιά από σουβλάκια  που σε ξελίγωνε ! Τα μάτια μας ίσα που προλαβαίνανε να δούνε ένα χαμηλό σπίτι με κεραμίδια στα δεξιά του δρόμου με μια καμινάδα που τσίκνιζε και πίσω από τα τζάμια της εισόδου την ψηλόλιγνη φιγούρα μιας γιαγιάς μαυροφορεμένης , με τσεμπέρι , που μας αγνάντευε και καμιά φορά σήκωνε το χέρι σε χαιρετισμό .

 

 

Τα χρόνια πέρασαν , τα καλοκαίρια του `60 γράφτηκαν στο λεύκωμα των αναμνήσεων , η ζωή άλλαξε , ήρθανε ΚΑΙ μπόρες ΚΑΙ τρικυμίες , ήρθανε ΚΑΙ ξαστεριές  ΚΑΙ ανατολές , απ` όσα μείνανε πίσω άλλα χαθήκανε στη χώρα των Λωτοφάγων κι άλλα  γράφτηκαν στη μνήμη και στην καρδιά , μικρά και μεγάλα καρβουνάκια αναμμένα , για να ζεσταίνουν το ταξίδι της ζωής . Ανάμεσα σ’ αυτά και το Χάνι της Χρήσταινας !

Πέρασαν χρόνια πολλά για να έχω τη λεγόμενη «λύτρωση της ελπίδας» , να σταματήσω , δηλαδή , κι εγώ στο Χάνι της Χρήσταινας σαν περαστικός ταξιδευτής , εκεί  μπροστά στο πανέμορφο και καταπράσινο Αλεποχώρι της Αρκαδίας . Η γιαγιά η Χρήσταινα «έλειπε»  .Το «Χάνι» είχε ανακαινιστεί : Το ισόγειο παρέμενε μαγαζί-ψησταριά κι επάνω ήταν το σπίτι . Αριστερά της εισόδου η ψησταριά με τα κάρβουνα  , στο ίδιο μέρος που έψηνε παλιά τα σουβλάκια η γιαγιά η Χρήσταινα .Μερικά τραπέζια , καρέκλες , ντόπια προϊόντα (μέλι , καρύδια , πατάτες , χυλοπίτες , τραχανάς …) , στο βάθος αριστερά ένα επαγγελματικό ψυγείο με βιτρίνα  που χωρίζει την κουζίνα από το υπόλοιπο χώρο και δεξιά ένα υπέροχο παλαιό (επίσης επαγγελματικό) ψυγείο με επένδυση ξύλου και τη φίρμα «ΧΙΩΝ Α.Ε.» που χρησιμοποιείται ακόμα , ένα πραγματικό ψυγείο- στολίδι που γυρίζει το ρολόι του χρόνου ολόκληρες 10ετίες πίσω . Στον τοίχο ,  μπροστά στην κουζίνα , κρεμασμένη σαν εικόνισμα η φωτογραφία της γιαγιάς της Χρήσταινας μαζί με τη φωτογραφία του γιου της του Γιώργου και από κάτω ένα ποίημα χειρόγραφο από κάποιον λάτρη του «Χανιού» γεμάτο  παινέματα . Έκτοτε , κάθε φορά που περνάω από το Χάνι της Χρήσταινας μια αόρατη δύναμη με τραβάει να σταματήσω εκεί . Αν δεν το κάνω μια δυνατή αίσθηση έλλειψης μένει ζωντανή μέσα μου για αρκετό διάστημα .

 



 Η εξυπηρέτηση του «Χανιού» στους περαστικούς ταξιδιώτες παραμένει σταθερά προσηλωμένη στην παράδοση : Νόστιμα φρεσκοψημένα  χοιρινά σουβλάκια , τηγανητές πατάτες , σαλάτα , φέτα , φρέσκο ψωμί και φυσικά κρασί και μπίρα . Η εξυπηρέτηση γρήγορη και φιλική . Οι τιμές λαϊκές . Και πάντα στο τέλος η ευχή : -Καλό δρόμο ! Καλό ταξίδι ! Ακόμα κι αν είσαι από μακριά , ακόμα κι αν δεν έχεις ποτέ σταματήσει ξανά στο «Χάνι της Χρήσταινας» , το πρώτο πράγμα που νιώθεις όταν βρεθείς εκεί , είναι μια ανεξήγητη ζεστασιά , μια παράξενη γοητεία που σε συμπαρασύρει σε ταξίδια στο παρελθόν , μια αίσθηση ότι απ’ αυτό το μέρος έχεις ξαναπεράσει σε μιαν άλλη ζωή σου.

Το «Χάνι της Χρήσταινας» αναφέρεται για πρώτη φορά σε προικοσύμφωνο της πεθεράς της Χρήσταινας του 1870 ! Αυτό ίσως σημαίνει ότι η ιστορία του πάει πολύ πιο βαθιά στο χρόνο , μπορεί και στα χρόνια της τουρκοκρατίας ! ΄Ηταν τότε καιροί που οι άνθρωποι ταξίδευαν με τα πόδια , με ζώα  και με άμαξες .Τα ταξίδια ήταν δύσκολα και κουραστικά και (ανάλογα με την απόσταση) κρατούσαν μέρες , βδομάδες ή ακόμα και μήνες . Τα χάνια , λοιπόν , ήταν παιδιά της ανάγκης των ταξιδιών εκείνης της εποχής  . Χτισμένα σε επιλεγμένα σημεία των δρόμων , πρόσφεραν  ύπνο , ξεκούραση και φαγητό στους ταξιδιώτες και στα ζώα τους . Αυτό το σκοπό εξυπηρέτησε και το «Χάνι της Χρήσταινας» (το οποίο βεβαίως δεν ήταν το μοναδικό) πάνω στο δρόμο που οδηγούσε από τη Λακωνία στην Αρκαδία και αντίστροφα.

Το πραγματικό όνομα της  «Χρήσταινας» ήταν Παναγιώτα Μοιράγια και η καταγωγή της από τις γειτονικές Κολλίνες της Αρκαδίας . Στα 1920 παντρεύτηκε το Χρήστο Γούνη από το Αλεποχώρι ο οποίος δούλευε το Χάνι που είχε βρει από τους γονιούς του . Δούλεψε μαζί του φιλότιμα , άντρας και γυναίκα μαζί , είδαν και ανάστησαν 9 παιδιά , έζησαν πολέμους , φτώχειες και δυστυχίες , κορφολόγησαν και μικρές χαρές , κι όταν στα  1944  πέθανε ο άντρας της  , η Παναγιώτα  (που στο μεταξύ είχε κατά το έθιμο μετονομαστεί σε «Χρήσταινα» (η γυναίκα του Χρήστου) ανέλαβε τα ηνία του Χανιού το οποίο μπροστά στην εισβολή του αυτοκινήτου είχε αρχίσει να χάνει τον αρχικό χαρακτήρα του και να γίνεται , απλά , ένα μαγαζί του δρόμου στο οποίο οι ταξιδιώτες σταματούσαν για να «τσιμπήσουν» κατιτίς και να ξεμουδιάσουν από το ταξίδι . Τα φαγητά που σέρβιρε τότε το χάνι ήταν κυρίως αυγά , τυρί , ντομάτα , ψωμί , ( φυσικά κρασί ) και  , ενδεχομένως , ό,τι άλλο εποχιακό μπορούσε να μπει στο τηγάνι ή στην κατσαρόλα . 

 

Τα περίφημα σουβλάκια της η Χρήσταινα άρχισε να τα ψήνει μετά το 1950 και γρήγορα έγιναν ονομαστά για τη νοστιμάδα τους . Κάποιο ιδιαίτερο μυστικό δεν υπήρχε . ΄Ηταν μόνο η αγάπη γι`αυτό που έκανε και ότι  , τότε , τα χοιρινά αναθρέφονταν στα σπίτια με τον παραδοσιακό, φυσικό τρόπο . Καθισμένη δίπλα στην ψησταριά , με το τσεμπέρι της , με το σκούρο πανωφόρι της , με την ποδιά  και τις τσόχινες παντόφλες της , έψηνε αργά , υπομονετικά και με μεράκι τα παραδοσιακά , πεντανόστιμα σουβλάκια της , τα οποία γεύονταν με ιδιαίτερη ευχαρίστηση οι τυχεροί ταξιδιώτες  που περνούσαν και σταματούσαν εκεί , είτε με λεωφορεία (σταματούσαν εκεί μέχρι τα τέλη της 10ετίας του `70 ) , είτε  με φορτηγά , είτε με ΙΧ αυτοκίνητα που όσο πήγαινε και πλήθαιναν.

Αν στον τόπο και στην εποχή της Χρήσταινας υπήρχε ένας Παπαδιαμάντης , σίγουρα θα την  είχε αποθανατίσει σε κάποιο διήγημά του όπως , π.χ. , αποθανάτισε τη Φωλιώ του Ματαρώνα , χήρα του Γιάννη Καρπέτη , στο διήγημα  « Το νησί της Ουρανίτσας»: « Είχε γεράσει πολύ η γραία … Κι όμως ήτον ακόμη στα καλά της , οπωσούν ακμαία , και όλαι σχεδόν αι ομιλίαι της φρόνιμαι» .

Στα 1976 η γιαγιά η Χρήσταινα  , ενώ πήγαινε να σερβίρει ένα τραπέζι , διπλώθηκε , έπεσε και τσάκισε το πόδι της .Δεν μπόρεσε να αναρρώσει και πέθανε εκείνη τη χρονιά , στρατιώτης πραγματικός , ορκισμένος στο καθήκον , που έπεσε κυριολεκτικά επί των επάλξεων . Το Χάνι έμεινε στα χέρια του γιου της , του Γιώργου Γούνη , ο οποίος συνέχισε να το δουλεύει , πιστός στην παραδοσιακή κληρονομιά , μέχρι το 2000 που «έφυγε» κι αυτός , σχετικά νέος . Δόξα τω Θεώ , όμως , διάδοχοι υπήρχαν . Η 4η γενιά ήταν έτοιμη να δώσει συνέχεια στη λειτουργία του Χανιού της Χρήσταινας . Τα δύο εγγόνια της Χρήσταινας , ο Χρήστος και ο Λάζαρος Γούνης ανέλαβαν να συνεχίσουν την ιστορία του  υπεραιονώβιου αυτού Χανιού που έχει καταστεί , πλέον , ιστορικό και μέρος της συλλογικής τοπικής κληρονομιάς και παράδοσης .

 

 Είχαν , σαν παιδιά , ζήσει κοντά στη γιαγιά τους και στον πατέρα τους το Χάνι , είχαν μπολιαστεί με την ιστορία του και την παράδοση , το είχαν δουλέψει  και είχαν πλήρη συναίσθηση ότι κληρονομούσαν κάτι πολύ περισσότερο από ένα μαγαζί που θα τους εξασφάλιζε τα  «προς το ζειν» . Με συνέπεια , σεβασμό , ειλικρίνεια και φιλική διάθεση προς τους πελάτες-φίλους , ο Χρήστος και ο Λάζαρος , συνεχίζουν τη λειτουργία του Χανιού της Χρήσταινας στον 21ο αιώνα αυστηρά προσηλωμένοι στην παραδοσιακή λειτουργία  του  από κάθε πλευρά . 

 

Ο ταξιδιώτης που σταματά εκεί και ξέρει πού σταματά (οι περισσότεροι ΞΕΡΟΥΝ) , σταματά όχι μόνο για να φάει (περισσεύουν σήμερα τα «φαγάδικα») όσο  για να νιώσει και αυτή τη μεταφυσική και μοναδική αίσθηση που αποπνέει αυτό «Χάνι» : Μια ανθρώπινη ζεστασιά , μια  αύρα από το παρελθόν , ένα άρωμα από την παράδοση του τόπου μας , κάτι , τέλος πάντων , που δεν μπορεί να εξηγηθεί με το νου και να διατυπωθεί  με λόγια . Είναι αυτό το «κάτι» που ΜΟΝΟ  ό,τι  είναι ζωντανή φλέβα που σε συνδέει με το «Χθες» , με την παράδοση , την ιστορία  και τους ανθρώπους αυτού του τόπου , μπορεί να σου δώσει . Ο Παράδεισος που μάταια πολλές φορές ψάχνουμε να βρούμε , δεν είναι χαμένος , βρίσκεται μέσα μας . Στους καιρούς της αποξένωσης και της λησμονιάς , στους καιρούς της παραχάραξης και της διαγραφής της φυσιογνωμίας και της  ταυτότητας του ελληνισμού , τόποι όπως το «Χάνι της Χρήσταινας» αποτελούν (όσο κι αν αυτό ακούγεται βαρύγδουπο από κάποιους «προοδευτικούς») επάλξεις αντίστασης.



Και σήμερα , μετά από τόσα χρόνια ,όποιος επισκέπτης – περαστικός μπει στο «Χάνι της Χρήσταινας» και έχει συναίσθηση του χώρου και της ιστορίας του , είναι σίγουρο πως αν κλείσει για μια στιγμή τα μάτια , θ’ ακούσει το σύρσιμο απ’ τις παντόφλες της γιαγιάς της Χρήσταινας και το θρόισμα της ποδιάς της καθώς μαζί με  τα εγγόνια της , τις νύφες της και τα δισέγγονά της σεργιανάει ανάμεσα στα τραπέζια του «Χανιού» για να φιλέψει τους καλεσμένους της με σουβλάκια νόστιμα και καλοψημένα , ραντισμένα με λαδολέμονο και πασπαλισμένα με άφθονη , μυρωδάτη ρίγανη και αλάτι και να τους κεράσει ένα ποτήρι κόκκινο κρασί , σπονδή στη μνήμη όλων  των προγόνων που έγραψαν την ιστορία του.



«Η ζωή δεν είναι αλλού . Είναι ΕΔΩ . Αρκεί να έχουμε ψυχή και μάτια για να τη βλέπουμε .» (Λευτέρης Παπαδόπουλος)


Υ.Γ. Ευχαριστώ τον εγγονό της Χρήσταινας , Χρήστο Γούνη , που μια μέρα του Σεπτέμβρη του 2011 είχε την καλοσύνη να καθίσει στο τραπέζι μου και να μου δώσει όλες τις πληροφορίες που χρησιμοποίησα στο παρόν  χρονογράφημα.
http://www.notospress.gr/article.php?id=3384

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου