ΑΛΕΠΗΣ ΚΟΥΛΗΣ








O Κούλης Αλέπης (1903-1986) γεννήθηκε στην Αρεόπολη (Τσίμοβα) της Λακωνίας στα 1903 από πατέρα εργολάβο Δημοσίων Έργων και μαρμαρογλύπτη. Ύστερα από τα εγκύκλια μαθήματα, που άκοτυσε στο Γύθειο, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου σπούδασε φιλολογία και νομικά και σταδιοδρόμησε ως ανώτερος υπάλληλος του Υπουργείου Οικονομικών, του οποίου και χρημάτισε προσωπάρχης επί μια ολόκληρη δεκαετία. Από τη δημόσια υπηρεσία απεχώρησε το 1960.

Συνεργάστηκε με τα εγκυρότερα λογοτεχνικά περιοδικά, δικά μας και ξένα, όπως στο «Λόγο», «Νέα Ελληνικά Γράμματα», «Νέα Εστία», «Πνευματική Ζωή», «Ελληνική Δημιουργία», «Ακτίνες», «Φιλολογική Πρωτοχρονιά» Μαυρίδη, «L’ Hellenisme Contemporain», «Les Cahiers du Nouvel Humanisme», «Eco del Parnaso» και «Giornale dei Poeti» με πρωτότυπα ποιήματά του και άρθρα, καθώς και μεταφράσεις του ξένων ποιητών και συγγραφέων. Ασχολήθηκε επίσης με το αρχαίο ελληνικό θέατρο και έχει μεταφράσει τις τραγωδίες του Ευριπίδη «Μήδεια» και «Ηλέκτρα». Φιλoτ;eχνησε ακόμη σειρά εκλεκτών μεταφράσεων από Γάλλους, Ιταλούς και Γερμανούς ποιητές. Ολότελα ξεχωριστά λογαριάζονται στο ενεργητικό του οι περίφημες μεταφράσεις του από το έργο των συγχρόνων Αρμενίων ποιητών, που αποτέλεσαν την πασίγνωστη ανθολογία του υπό το τίτλο «Αρμενική Μούσα» και τα «Εικοσιτέσσερα Σοννέτα» της Γαλλίδας ποιήτριας του 16ου αιώνα Λουΐζας Λαμπέ, που θεωρήθηκαν ως εξαιρετικές δημιουργίες.

Ο Κούλης Αλέπης, που διακρίνεται για τον ελεγειακό τόνο της ποιήσεώς του και την άψογη τεχνική του, έχει δώσει και σε ξένες γλώσσες ορισμένα ποιήματά του, όπως στα γαλλικά και τα Ιταλικά.

Ποιήματά του έχουν μεταφρασθεί σε διάφορες γλώσσες, όπως στη γαλλική, γερμανική, Ιταλική και αρμενική. Είναι ιδρυτικό μέλος της Εθνικής Εταιρίας των Ελλήνων Λογοτεχνών, χρημάτισε δε διοικητικός σύμβουλός της επί πενταετία.


Οι στίχοι του, στιχουργικά άψογοι, ιαμβικού σχεδόν ρυθμού, σταλάζουν μιάν ανείπωτη ανατριχίλα πεισιθανάτιας αγωνίας. Πουθενά ανάσα χαρούμενης διάθεσης για τη ζωή, που με όλες τις αγωνίες της, έχει και τις απόκρυφες χαρές της, τους ενθουσιασμούς και τις ψυχικές ανατάσεις της.

Εκτός απο την προσωπική ποίηση, χάρη στην πλατιά μόρφωσή του, ο Αλέπης πρόσφερε στην πνευματική ζωή μεταφραστικές εργασίες, πολύ αξιόλογες, κυρίως από τα γαλλικά και ιταλικά. Ιδιαίτερη επιτυχία σημείωσαν οι μεταφράσεις Αρμένιων ποιητών.


Ακόμα ασχολήθηκε με τους αρχαίους κλασικούς και φιλοτέχνησε μεταφράσεις της “Μήδειας” και της “Ηλέκτρας” του Ευρυπίδη.

Πέθανε στην Αθήνα το 1986.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~



Το πατρικό σπίτι

 

Όπου κι’ αν πάω δε σε ξεχνώ φτωχό μου, άγιο σπιτάκι

στο Γύθειο μου, με τις ελιές πού έγερναν στοργικά,

τα παραθύρια που έβλεπαν στο αντικρυνό νησάκι

και το μπαλκόνι το ψηλό με τα μυριστικά.

Κι’ έτσι όπως πρώτα ξαναζώ στη σάλα όπου άλλα χρόνια

όλα γελούσαν κι’ έρχονταν τ’ αηδόνια κάθε αυγή,

σαν έπαιρνε η δροσάνοιξη κι’ ελυώνανε τα χιόνια

στον ήλιο, κι’ απ' της πίκρας μου τη μάταιη συλλογή•

Φεύγει η γλυκειά, νοσταλγική μορφή του αγνού πατέρα,

τ’ άσπρα λουλούδια στο παλιό καθρέφτη μας εμπρός,

Το φτωχικό καντήλι μας, το εικόνισμα, και πέρα

στη θάλασσα ατρικύμιαστος της νιότης μου ο καιρός.

Και σ’ αγαπώ ναι, ω λατρευτό μου Γύθειο κι’ όλο

σ’ εσέ να ‘ρθώ ονειρεύουμαι σπιτάκι μου σκεβρό,

για να χαρώ και τη στερνή ζωή μου αυτού στο μώλο,

τα βράδυα αργά διαβαίνοντας, μα τάχα τι θα βρω;

Τίποτ’ αλλοίμονο... φωτιά θαρρείς κι’ έχει αφανίσει

κήπους μαζί και λούλουδα και δένδρα και κλαδιά,

βουβό το σπίτι απόμεινεν, οι πόρτες του έχουν κλείσει

και το κυκλώνει μια βαρεία σα λείψανον ευωδιά.

 

 

 Μάρτης

 

Μάρτης. Λουλούδια εφύτρωσαν

στου τάφου σου το χώμα

κι ο ήλιος παίζει ολόλαμπρος,

γελά στο ουράνιο δώμα.

Σήκω, άγγελέ μου! Ακόμα; …

Μαργαριτούλες φύτρωσαν

στου τάφου σου το χώμα!

 Χωρισμός

 

Ασπρο μαντήλι, ολεύωδο,

στις άκρες κεντημένο,

πάντα από κάποιο τραίνο

πικρό σε βλέπω λάβαρο

στα μάτια μου απλωμένο

άσπρο μαντήλι ολεύωδο,

στα δάκρυα βουτηγμένο.


ΚΑΙ ΤΙ ΠΩΣ ΑΥΡΙΟ
Και τι πως αύριο η πίκρα μου η παλιά / με ξέχειλο μπορεί να φτάσει τάσι; / Απόψε έχω μεθύσει από φιλιά / κι από ζεστά αγκαλιάσματα χορτάσει.
Κι είναι άνοιξη· και πάω σα σε χορό, / στο νοτερό το απόβραδο, το γκρίζο, / κι όπως γυρίζω σπίτι, αργοπορώ / και τ’ ακριβό όνομά σου ψιθυρίζω.
Τα δάχτυλά μου οσφραίνομαι συχνά, / τα ρούχα που εχαρήκαν το κορμί σου, / το μύρο για να νιώσω σιγανά, / ξανά της γλυκανάσαστης ορμής σου.
Καλώς να φτάσεις, πίκρα μου παλιά, / και ξέχειλ’ αύριο ας πιω τ’ άθλιο σου τάσι! / Απόψε έχω μεθύσει από φιλιά / κι από ζεστά αγκαλιάσματα χορτάσει.
Δημοσιεύτηκε στο τ. 43 του περιοδικού «Ελεύθερα Γράμματα» (15.5.1946)
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Είπαν για το Κούλη Αλέπη…
Κωστής Παλαμάς: Ο ποιητής γεννήθηκε στο Γύθειο, μα κατοικεί στων ποιητών τα φεγγαροφώτιστα περιβόλια, που δεν έχουν πατρίδες ή που είναι των πατρίδων όλων, και αγάλλεται με τα όνειρα του Απρίλη : Πάνω απ’ το λόφο ένα Ιλαρό - σαν άσπρο κρίνο στο νερό - φεγγάρι είχε ανατείλει - όταν εμείς, στο φράχτη εκεί - με μια λαχτάρα ηδονική - σιμώοαμε τα χείλη. Η «Ελβίρα» θυμίζει τη μούσα του Λαμαρτίνου και δεν ξέρω ποιές ηρωίδες φράγκικων Ιστοριών.
Άρθρο «Οι Νέοι» εφημ. «Ελ. Βήμα» 15 - 6 - 1926.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου