ΚΑΣΤΑΝΙΑ, ΠΥΡΓΟΣ ΔΟΥΡΑΚΗ


Ο Πύργος Ντουράκη (ή Δουράκη) είναι ιστορικός μανιάτικος πύργος στην Καστάνια της Μεσσηνίας, σε απόσταση 50 χιλιομέτρων από την Καλαμάτα.
Ο πενταώροφος Πύργος Ντουράκη χρονολογείται από τον 18ο αιώνα και, εκτός από την παραδοσιακή μανιάτικη αρχιτεκτονική, διαθέτει και γραφικές καταχύστρες, από τις οποίες οι αμυνόμενοι έριχναν καυτό λάδι στους επιτιθέμενους, αλλά και αμυντικές πολεμότρυπες.
Χαρακτηριστικό του Πύργου Ντουράκη είναι οι τέσσερις κυκλικού σχήματος πυργίσκοι του.
Ο Πύργος Ντουράκη πήρε το όνομά του από τον θρυλικό καπετάν Κωνσταντή Δουράκη της Καστάνιας, ο οποίος κατοίκησε σε αυτόν.
Ο Πύργος Ντουράκη έχει συνδεθεί, όμως, και με το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη καθώς σε αυτόν βρήκε ο Γέρος του Μοριά καταφύγιο κατά το διωγμό των κλεφτών το 1803. Από εδώ επίσης διέφυγε, το Μάρτιο του 1806, προς την Ελαφόνησο. Η Καστάνια λόγω της θέσης της, καθώς είναι χτισμένη ανάμεσα σε τρεις φυσικούς λόφους του Ταϋγέτου με αποτέλεσμα να είναι αθέατη, ήταν το ιδανικό καταφύγιο για τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη στη διάρκεια των μεγάλων διωγμών των κλεφτών (1803-1806).

Ευχαριστούμε για το φωτογραφικό υλικό τις ομάδες 
Εικόνες από τη Μάνη που αγαπάμε !!! https://www.facebook.com/groups/634487480018145/ 
ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΣ ΜΕΣΣΗΝΙΑ https://www.facebook.com/groups/77382238271/








Καστάνια.
Το εσωτερικό του πύργου Δουράκη.






















Για Πύργο Δουράκη: […] -Θεόδωρος Κολοκοτρώνης: «Ἀπὸ τὴν Σέλιτζα ἐπήγαμε εἰς τὴν Μεγάλην Καστανίτζαν, στοῦ καπετὰν Κωνσταντῆ Δουράκη, ὁποὺ ἦτον ἐμπιστευμένος μου, ἐπειδὴ ἐκεῖ πρωτύτερα εἶχα τὴν φαμιλιάν μου καὶ τὸν εἶχα συμπέθερο. Εἶχα ἀρραβωνιάσει μία θυγατέρα μου μὲ ἕνα παιδὶ τοῦ Δουράκη. Ὁ Ἀντωνόμπεης τῆς Μάνης μᾶς ἐκυνηγοῦσε καὶ ἐκεῖνος. Ἀπὸ τοὺς 5 ὅπου εἴμεθα, ἦταν οἱ δύο Μανιάτες, καὶ ἔφυγαν εἰς τὰ σπίτια τους, καὶ ἔμεινα ἐγὼ καὶ ἄλλοι δύο Ρουμελιῶται. Ἐκάθησα κρυμμένος ἕνα μήνα εἰς τὸ σπίτι τοῦ Δουράκη. Ἦλθε ἕνας Νικήτας ἀπὸ τοῦ Τουρκολέκα καὶ μὲ ηὗρε μὲ μία εἰκοσιπενταριά, καὶ τοῦ εἶπα: «Νὰ εὑροῦμε καΐκι καὶ ν᾿ ἀπεράσομε εἰς τὴν Ζάκυνθο». Αὐτὸς ἐνόμιζε, ὅτι δὲν εἶναι πλέον φόβος διὰ νὰ ὑπάγει εἰς τὸ μεσόγειον τοῦ Μορέως, καὶ ἐγύρισε ὀπίσω. Οἱ Τοῦρκοι τοὺς ἐσκότωσαν ὅλους, μόνον ἕνας ἐπιάσθη ζωντανός, ὁ ὁποῖος ἐπῆγεν εἰς τὴν Τριπολιτζάν. Τὸν ἐζήτησε (1) ἐκεῖ ὁ Πασὰς: ἂν ἐσκοτώθηκαν ὅλοι, καὶ αὐτὸς τοῦ ἀπεκρίθη ὅτι ὅλοι ἐχάθηκαν, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Θεοδωράκη τὸν Κολοκοτρώνη. Τότε ὁ Πασὰς ἐθύμωσε καὶ ἔκοψε καμπόσους Τούρκους καὶ Ρωμαίους, ὁποὺ ἐβεβαίωναν, ὅτι ὁ Θεοδωράκης ἦτον χαμένος. Αὐτὴ ἡ φήμη τοῦ χαμοῦ μου ἔκαμε νὰ ἡσυχάσουν τοὺς Τούρκους. Ἀφοῦ τὸ ἔμαθεν ὁ Πασὰς, ὅτι ἐγὼ ζῶ ἀκόμη καὶ εἶμαι εἰς τὴν Μάνη ἔστειλε τὸν Παπάζογλου ἀπὸ τὸν Ἅγιον Πέτρο μὲ 50.000 γρόσια εἰς τὸν Μπέη τῆς Μάνης. Ἀφοῦ ἦλθε ὁ Παπάζογλους εἰς τὴν Μάνη, ἔκραξε τὸν Καπετὰν Κωνσταντή Δουράκη εἰς τὲς Κυτριές. Ἐκεῖ τοῦ εἶπε ὁ Μπέης: «Σοῦ δίδω τόσες χιλιάδες διὰ νὰ δώσεις τὸν Κολοκοτρώνη. Ἔλαβα μία σφικτὴ διαταγή, καὶ μοῦ λέγει, ὅτι ἂν δὲν πιάσω τὸν Κολοκοτρώνη θέλει γράψω εἰς τὸν καπετὰν Πασὰ, νὰ σ᾿ ἐβγάλει ἀπὸ τὸ μπεϊλίκι». Ὁ Δουράκης, σὰν εἶδε τὰ γρόσια, ἔστρεξε νὰ μὲ παραδώσει. Οἱ Μανιᾶται λησμονοῦν ὅλα διὰ τὰ γρόσια. Πρωτύτερα ὁ Δουράκης εἶχε τὴν εἴδηση τοῦ Μπέη, ὅτι ἐγὼ εὑρισκόμουν εἰς τὸ σπίτι του κρυμμένος καὶ τοῦ εἶχε εἰπεῖ, ὅτι: «Κρύψε τον, διατὶ δὲν συμφέρει νὰ μὴ γλυτώσει κανένας ἀπὸ αὐτὴν τὴν φαμίλια». Ἀλλ᾿ ἀφοῦ εἶδαν τὰ γρόσια τ᾿ ἀλησμόνησαν. Κανένας δὲν μὲ ἤξευρε, παρὰ ὁ ἡγούμενος τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ ὁ Δουράκης, καὶ ἐκαθόμουν εἰς τὸν πύργο ἀπάνου. Ἔστειλε καὶ ἐπῆρε ὁ Δουράκης τὸ παιδί του τὸ μεγάλο καὶ τὸν ἡγούμενον καὶ τοὺς ἐπῆρε εἰς τὲς Κυτριές. Μάρτης ἦτον τότε. Τὸ Φεβρουάριον εἶχα πάγει ἐκεῖ. Τοῦ ἡγούμενου τοῦ ὑποσχέθηκαν νὰ τὸν κάμουν Δεσπότη καὶ ἄλλα ταξίματα, διὰ νὰ μὲ παραδώσει ζωντανόν. Ὁ Μπέης μὲ ἔγραψε ἕνα γράμμα καὶ μοῦ ἔλεγε ὅτι νὰ ἔλθεις νὰ μιλήσωμεν καὶ ἐγὼ θέλει γράψω εἰς τὸν Καπετὰν Πασὰ, διὰ νὰ λάβεις τὸ προσκυνοχάρτι καὶ νὰ ἔλθεις μὲ τὸν συμπέθερόν σου τὸν Δουράκη, καὶ ὁ σκοπός του ἦτον νὰ μὲ πιάσει ζωντανόν. Ὅταν ἐπροσκάλεσαν τὸν ἡγούμενον καὶ τὸ παιδὶ τοῦ Δουράκη, ὑποπτεύθηκα ὅτι κάτι τεχνεύονται διὰ ἐμένα, καὶ δὲν ἤξευρα τί ἔτρεχε. Ἔστειλα λοιπὸν ἕνα παιδὶ εἰς τὴν μικρὴ Καστάνιτζα, ἕξι ὧρες μακριὰ ἀπὸ ἐκεῖ ὅπου ἤμουν, (ἐκεῖ ἦτον κλεισμένος ὁ πατέρας μου). Ἔστειλα εἰς τὸν ἀνεψιὸν τοῦ Παναγιώταρου, Βασίλη Βενετζανάκου, καὶ ἦλθε διὰ νυκτὸς μὲ ἄλλους τρεῖς εἰς τὸ μοναστήρι ὅπου εὑρισκόμουνα, τοῦ εἶπα τὰ διατρέχοντα καὶ ὅλας μου τὰς ὑποψίας (1), τοῦ ἐπρόβαλα νὰ ἀναχωρήσωμεν, μοῦ εἶπε, ὅτι: «Νὰ ὑπάγω ὀπίσω νὰ πωλήσω κάτι λάδι καὶ τὸ βράδυ ἔρχομαι». Τὸ βράδυ δὲν ἦλθε· τὸ πρωὶ ἦλθε ὁ συμπέθερός μου μὲ τὸν ἡγούμενον. Ἐπῆγα νὰ τὸν χαιρετήσω τὸν ἡγούμενον, τὸν εἶπα: καλῶς ὅρισε, κι ἐκεῖνος μοῦ εἶπε, νὰ μὴ μὲ εἶχε εὕρει. Τὸν ἐρώτησα νὰ μοῦ εἰπεῖ τίποτε ἄλλο, καὶ δὲν ἠθέλησε. Τὸ βράδυ ἦλθε ὁ συμπέθερός μου μὲ τὸν ἀδελφόν του, δύο συγγενεῖς του, καὶ μοῦ ἔδωκε τὸ γράμμα τοῦ Μπέη. Ὁ ἀδελφός του ὑποπτεύθηκε, καὶ δὲν ἦτον μὲ τὴν γνώμην του. Ἔλαβα τὸ γράμμα, τὸ ἐδιάβασα καὶ ἐκατάλαβα, ὅτι θέλουν νὰ μὲ πάρουν ζωντανόν. Τοὺς εἶπα: «Πῶς θὰ ὑπάγομεν τὴν ἡμέραν, ὅπου θὰ μᾶς ἰδοῦν ὅλος ὁ κόσμος;» Αὐτὸς μοῦ εἶπε, ὅτι: «Ἐνδύνεσαι Μανιάτικα καὶ δὲν σὲ γνωρίζουν». Ὁ ἀδελφός του μοῦ ἔκαμε νόημα νὰ εἶμαι προσεκτικός. Τοὺς ἀπεκρίθηκα ὅτι: «Νὰ συλλογισθῶ ἕως τὸ βράδυ». Ἔκαμα τὸ μεσημέρι τὴν ἀπόκρισιν, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἐδικός σας καὶ ἄλλη φορὰ θέλει ἔλθω νὰ σᾶς προσκυνήσω, καὶ ἐγὼ εἶμαι ἐδικός σου καὶ νὰ μὲ ἔχεις τὴν ἔγνοια μου. Τὸ γράμμα τὸ ἔδωκα εἰς τὸν Δουράκη. Αὐτὸς τὸ ἐπῆρε τὸ γράμμα, τὸ ἄνοιξε, καὶ εἶδε ὅτι δὲν ἤθελα νὰ ὑπάγω, καὶ τότε ἀποφάσισε νὰ βάλει εἰς τὸ κρασὶ ἀφιόνι. Ἡ γυναίκα του καὶ ἡ ἀδελφή του τὸ εἶδαν, καὶ τὸν ἐπῆραν ἀπὸ κοντὰ ἕως τὸν πύργον. Ἕνας ἄνθρωπός μου ἤκουσε τὴν γυναίκα τοῦ Δουράκη νὰ τοῦ λέγει τοῦ ἀνδρός της: «Τί εἶναι αὐτὸ ὁποὺ θὰ κάμεις, δὲν ἐνθυμᾶσαι τὰ καλὰ τοῦ Θεοδωράκη;» Καὶ αὐτὸς τὴν ἔβριζε. Ἐπῆγε μέσα, μὲ ἐπρόσφερε τὸ κρασί· ἐγώ, μὲ ἔδωσεν εἴδησιν ὁ ἄνθρωπος μου, καί, ὅταν μοῦ ἔφερε τὸ κρασί, ἐγὼ ἐκλώτζισα τὸ κανάτι ὁποὺ εἶχε τὸ κρασί, καὶ τὸ ἔχυσα, καὶ τοῦ εἶπα: «Τί θέλω ἐγὼ τώρα κρασί», καὶ τοῦ εἶπα καὶ ὅτι θὰ φύγω. Μὲ ἐπαρακίνησε νὰ ὑπάγωμεν εἰς τὸ σπίτι του νὰ πιοῦμε πρῶτα κρασὶ καὶ ἔπειτα νὰ φύγω. Αὐτὸς ἐπῆγε ὀμπρός, εἰδοποίησε τοὺς ἀνθρώπους νὰ εἶναι ἕτοιμοι νὰ τραβήξουν ἀπάνω μας, ἐνῶ ἐμεῖς ἐπίναμεν τὸ κρασί. Ὁ ἀδελφός του δὲν μᾶς ἄφηκε νὰ πᾶμε, ἐμπόδισε τὰ σκυλιὰ νὰ φωνάξουν, καὶ ἐφύγαμε. Ἀφοῦ τὸ ἔμαθε ὁ Δουράκης αὐτό, ἔκραξε τοὺς χωριανοὺς καὶ τοὺς ἐπρόσταξε νὰ ἐβγοῦν μιὰ ἑκατοστὴ νὰ πιάσουν τοὺς δρόμους. Ἐγὼ ἤξευρα τὸν τόπον καὶ ἔφυγα ἀπὸ ἄλλο μέρος, καὶ ἐπῆγα εἰς τὴν Μικρὴν Καστάνιτσα διὰ νὰ εὕρω τὸν Βασίλη μὲ τὸν ὁποῖον εἶχα συμφωνήσει νὰ φύγουμε. Ἀπὸ ἐκεῖ ἐτραβήξαμεν εἰς τὰ χωριὰ τοῦ Πασαβᾶ, εἰς ἑνὸς ἀδελφοποιτοῦ μου τὸ σπίτι.»[…]. Πηγή:Το κείμενο: «Ντίνος Κονόμος: «Ο Γεώργιος Τερτσέτης και τα Ευρισκόμενα Έργα του», Αγγελος Σ. Βλάχος, Έκδοση Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα 1984, απόσπασμα ΙΙΙ: Διηγήσεις Αγωνιστών του Εικοσιένα: 1.Διήγηση Θεόδωρου Κολοκοτρώνη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου