ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΤΩΝ ΜΠΟΥΛΑΡΙΩΝ, ΓΙΑΝΝΗ Λ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΥ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ Λ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΥ "ΤΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΤΩΝ ΜΠΟΥΛΑΡΙΩΝ"
ΕΚΔΟΣΕΙΣ "ΜΑΥΡΙΔΗΣ" (αρχείο Πέτρου Αθανασάκου) ·




H μοναστηριακή εκκλησία του Σωτήρα στο κοιμητήρι Πυργάκια των Ανω Μπουλαριών (18ος αιώνας) και μνήματα Μπουλαριωτών, στο βάθος μέρος της πλαγιάς του Λαγαρά, του Κοκινάγκρεμου.

O Θεόδωρος Μαντούβαλος - Καπετάν Ταϋγετος με στολή Μακεδονομάχου, την εποχή των αγώνων του.Θεόδωρος Βασ.(1882-1945)

Γεώργιος Φραγκόγιαννης από το Δίπορο Πάνω Μπουλαριών της Μέσα Μάνης, οπλαρχηγός του Μακεδονικού Αγώνα.

Νικόλαος Α. Μαντούβαλος (Μανωλάκος) - Οπλαρχηγός Καπετάν Νίκος που στην Μακεδονία ήταν περισσότερο γνωστός σαν ''Καπετάν Νίκος της Αγίας Μαρίνας'' (1885-1952).

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΗΛ.ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ, Ο ΗΡΩΑΣ ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ, ΤΟΥ ΥΨΩΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΜΟΡΑΒΑΣ (1898 -1940)
ΤΟΥ ΗΡΩΙΚΟΥ ΤΑΓΜ/ΧΗ ΠΑΝ.ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΥ

Σήμερ’ αστράφτει και βροντά σ’όλα τα κάστρα του Μωριά,
στου Ταϋγέτου τα βουνά και στου Ταινάρου τα χωριά.
Σήμερ’ ακούστηκε βουή στη Μάνη την αποσκερή
Και νυχτοσκούζει το πουλί με την κατάμαυρη στολή.

Ήρθε μαντάτο ξαφνικό τι έπεσε στ’ Αλβανικό,
ο Ταγματάρχης ο Ξανθός ο Πότης ο Μαντούβαλος.
Πρώτος εμπήκε στη γραμμή – στο τάγμα επικεφαλής
κι’έδωσε μάχη φοβερή στου Μόροβα την κορυφή.

Όντες ανέβη στην κορφή με μια σημαία Ελληνική,
τον ηύρε σφαίρα εχθρική τούκοψε την αναπνοή!
Έπεσε ο πολεμιστής της Μάνης τ’ άξιο παιδί,
ο ήρωας κι’ ο μαχητής για της Ελλάδος την τιμή.

Έμεινε φύλακας πιστός ψηλά στο ξέσκεπο βουνό,
ο λέοντας ο φτερωτός της λευτεριάς ο σταυραητός!
Ακούστε φίλοι και οχτροί – Οθωμανοί και Χριστιανοί,
τη μέρα την σημερινή θα κάμου μια παρατροπή,

Θα βλαστημήσω το Θεό π’ έκοψε το χοντρό δέντρο,
όπου το πότιζε ο στρατός και το καμάρωνε ο Λαός .


Παναγιώτης Ηλ.Λυράκος (1886-1922) Είναι ο Πανωμπουλαριώτης εθελοντής γιατρός-λοχαγός του μικρασιατικού μετώπου.

Από τις πιο δημοκρατικές μορφές που έδωσε ο τόπος.
Κατατάχτηκε εθελοντής στον ελληνικό στρατό στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο κ πήρε μέρος στην μικρασιατική εκστρατεία σα Λοχαγός-Γιατρός όπου πρόσφερε τις υπηρεσίες του από το 1918 μέχρι του θανάτου του.

Από τις κακουχίες αρρώστησε βαριά κ μεταφέρθηκε στην Αθήνα στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο κ όχι στου Μέρμηγκα που κατά λάθος αναφέρει το παρακάτω μοιρολόι, για να εγχειριστεί. Ήταν μοιραίο να αφήσει εκεί την στερνή του πνοή.
Το λείψανο του μεταφέρθηκε στους Π. Μπουλαριούς κ τάφηκε στα Πυργάκια όπου υπάρχει και το μνημείο του.

Η αδερφή του Γαρουφαλλιά, διάσημη μοιρολογίστρα της εποχής, είπε το περίφημο μοιρολόι το οποίο αποτελεί μία από τις πιο συγκλονιστικές μπαλάντες του τόπου, ένα από τα λυρικώτερα κ παθητικότερα μανιάτικα μοιρολόγια, όπως το υπαγόρευσε ο γιος της Γ. Λαζαράκος-Σκούρκουλας :

Εγώ Μανιάτα φυσικιά θα στεϊρωθού στα γόνατα.
Καλώς τον αστυνόμο μου και με τα φανταράκια ζου
θα ζας σε κάμου ερώτηση κι αν δεν τονε γνωρίζετε
λέου και τα σημάδια του. Άσπρα και τα παπούκια του
κι είχε στο μάγουλο ελιά κι ήταν αητός με τα φτερά.
Λυράκος ήτανε Γιατρός βαθμοφόρος Λοχαγός
που γύρισε τόσα βουνά σε Βουλγαρία σε Τουρκιά
και τίποτα δεν έπαθε μον΄ήρθε να σαβανωθεί
στου Μέρμηγκα την κλινική.
Μπροστά πάει το Ιππικό και από πίζου ο Στρατός
και μεσ τη μέση ο γιατρός,
κι οι συ ναδέρφοι του οι γιατροί.
Και συ Μαυρογαρουφαλιά
για σέν αστράφτει και βροντά
και ρίχνει βόλι στρογγυλό
κι αστροπελέκι κόκκινο.
Μαγκούφια για δε βγαίνετε *
δε ζας σε μορφοχάϊδευε
όντα που ήμουνα μικρή
αφράτη και μεταξουτή
αδέρφια καλαγάπητα
που μεραζόμαστου τ΄ αυγό
η νοσοκόμα κι ο γιατρός.
Ε, μάνα, εμαυρόμανα
πρέπει καλά να το σκεφτείς
΄τι από το σπίτι ζου θα βγεις
θα πέσεις και θα κρεμαστείς
σε θυγατέρες και γαμπρούς
σ΄αγραγκαθιές κι ασπαλαθρούς.
Πο ραίνοσου και τίζοσου
καίτρωες μαύρα λάχανα
και είτα και κείνα ανάλαδα,
πό ραίνοζου και τίζοσου
σε Κατωμέρι, σε Βουνά
με πρόβατα μιχιαρικά
και με χωράφια της χρονιάς.

* Εννοεί τα μαλλιά της. Οι μοιρολογίστρες της Μάνης, την ώρα που μοιρολογούν - κλαίνε το νεκρό, τραβούν και ξεριζώνουν τα μαλλιά τους, τα οποία συνήθως ρίχνουν στην κάσα του νεκρού, αν είναι μπροστά τους Τούτο συμβαίνει κυρίως όταν ο νεκρός είναι αγαπημένο πρόσωπο στη μοιρολογίστρα - κι ο πόνος, όπως είναι φυσικό, είναι μεγάλος. Στην προκειμένη περίπτωση η μοιρολογίστρα ήταν αδερφή του νεκρού - και διάσημη μοιρολογίστρα.
O Παπ΄ Αγγελής (1884-1969)
Η παρουσία της ωραίας αυτής μορφής, του παπ' Αγγελή που οι μολπές της ουράνιας φωνής του, όταν έβγαινε στην Ιερή Πύλη της Άγια Βαρβάρας των Π.Μπουλαριών μας μάγευε την ακοή. 'Ηταν εφημέριος της ενορίας των Άνω Μπουλαριών μα η δικαιοδοσία του έφτανε στην Κίττα, στους Κάτω Μπουλαριούς, στο Λιμένι, στο Δίπορο, στα Μουντανίστικα. Τον λέγανε Νικόλα Αγγελή.
Είχε κι ένα βοηθό ο παπ΄ Αγγελής στην τέλεση των καθηκόντων του. Κι αυτός ήταν μια τεράστια καμπάνα που για να τοποθετηθεί στο καμπαναριό καταβλήθηκαν τόσοι κόποι.
Με λαχτάρα προσμέναμε στην Κίττα τον ερχομό του παπ΄ Αγγελή, τη νύχτα της Ανάστασης που το φτάσιμο της θα μας έσωζε από τη νηστεία που με τόση ευλάβεια τηρείται στα χωριά της Μέσα Μάνης γιατί σκλάβοι των πατρογονικών εθίμων, νόμιζαν, πως θάχαναν τον Παράδεισο, αν τύχαινε κι΄ αρτεύονταν.
Οι ώρες περνούσαν μα ο παπ΄ Αγγελής δε φαινόταν. "Μυστήριο" σκεφτόντουσαν όλοι. Τι άραγε να συμβαίνει; Δώδεκα. Όλοι προσμένουν με λαχτάρα. Μα άδικα προσμένουν . Μη τάχα και δε θέλησε ο Ιησούς να αναστηθή;
Περίλυποι οι κάτοικοι της Κίττας, των Καλλονιών, του Αγίου Ιωσήφ, της Γαρδενίτσας και της Νόμιας άρχισαν να διαλύονται. Παίρνουν σκυφτοί κι αμίλητοι το δρόμο για τα σπίτια τους με τις λαμπάδες τους σβηστές. Δε σήκωσαν Ανάσταση.
Την άλλη μέρα μαθεύτηκε το νέο. Διαδόθηκε η αφορμή που μπόδισε τον παπ Αγγελή να πάει στην Κίττα για την Ανάσταση. Τώπε ο ίδιος στην ίδια την παπαδιά του και στους άλλους χωριανούς του.
Το σκοτάδι είχε απλωθεί, διηγήθηκε ο παπ Αγγελής, όταν άφησε τους Άνω Μπουλαριούς και κίνησε για την Κίττα. Ερημιά βασίλευε παντού. Μόνος βάδιζε ο παπ Αγγελής ώρα, ώσπου έφτασε στη "Γραμματική" έτσι λένε το κοιμητήρι της Κίττας, γιατί άλλος δρόμος δεν υπήρχε. Του φαινόταν μία λάμψη να σκεπάζει το κοιμητήρι και τα γύρω περβόλια, ενώ στην ακοή του έφταναν φωνές,σα αναστάσιμο ψάλσιμο, σα μελωδίες. Βάδισε λίγο ακόμα ώσπου ξαφνικά φάνηκε μπροστά του η "Γραμματική".
Τότε ένας κρύος ιδρώτας άρχισε να περιλούει το κορμί του. Τα δόντια του άρχισαν να χτυπάνε απ τις κρυάδες που τον πιάσανε.. Ήταν τρομαχτικό το θέαμα που είδε. Ένα πλήθος ανθρώπων με αναμένα κεριά είχανε κατακλύσει το κοιμητήρι κι έψελαν το "Χριστός Ανέστη". Γνώρισε πολλούς ο παπ Αγγελής, πολλούς, που ο ίδιος, είχε παληότερα κηδέψει. Τους είδε να σχηματίζουν μια φάλαγγα και να παίρνουνε το δρόμο προς τα έξω, να βγαίνουν απ τη μεγάλη πόρτα της "Γραμματικής" και να κινούνε για την Κίττα.
Ο παπ Αγγελής δεν θυμόταν ούτε το πώς βρήκε το κουράγιο να φύγη τρέχοντας από κει και να γυρίση στο χωριό του, για να πέση μισοπεθαμένος στο κρεβάτι του... χωρίς τη χρονιά εκείνη να σηκώση την Ανάσταση στα χωριά της επικράτειάς του. Ώρες έκανε να συνέλθη και σαν συνήλθε, ιστόρησε στην παπαδιά του και στους χωριανούς του, πούχαν γιομίσει ταρχοντικό του, τα όσα είδε και έζησε στο Κιττιάτικο κοιμητήρι... ζητώντας συγγνώμη απ τους ενορίτες του και συχώρεσι απ΄τον Χριστό, που δεν ετέλεσε την Ανάστασί του....
(Γ.Λ.ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ)




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου