ΜΟΙΡΟΛΟΓΙΑ ΜΑΝHΣ


ΤΟΥ ΗΡΩΙΚΟΥ ΤΑΓΜ/ΧΗ ΠΑΝ.ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΥ

Σήμερ’ αστράφτει και βροντά σ’όλα τα κάστρα του Μωριά,
στου Ταϋγέτου τα βουνά και στου Ταινάρου τα χωριά.
Σήμερ’ ακούστηκε βουή στη Μάνη την αποσκερή
Και νυχτοσκούζει το πουλί με την κατάμαυρη στολή.

Ήρθε μαντάτο ξαφνικό τι έπεσε στ’ Αλβανικό,
ο Ταγματάρχης ο Ξανθός ο Πότης ο Μαντούβαλος.
Πρώτος εμπήκε στη γραμμή – στο τάγμα επικεφαλής
κι’έδωσε μάχη φοβερή στου Μόροβα την κορυφή.

Όντες ανέβη στην κορφή με μια σημαία Ελληνική,
τον ηύρε σφαίρα εχθρική τούκοψε την αναπνοή!
Έπεσε ο πολεμιστής της Μάνης τ’ άξιο παιδί,
ο ήρωας κι’ ο μαχητής για της Ελλάδος την τιμή.

Έμεινε φύλακας πιστός ψηλά στο ξέσκεπο βουνό,
ο λέοντας ο φτερωτός της λευτεριάς ο σταυραητός!
Ακούστε φίλοι και οχτροί – Οθωμανοί και Χριστιανοί,
τη μέρα την σημερινή θα κάμου μια παρατροπή,

Θα βλαστημήσω το Θεό π’ έκοψε το χοντρό δέντρο,
όπου το πότιζε ο στρατός και το καμάρωνε ο Λαός .

ΜΑΝΑ

-Μάνα, μανούλα μου γλυκιά που είσαι γιομάτη μυρουδιά,
μη φεύγεις μην αναχωράς το σπίτι μας μην παρατάς.
Κι άμα στον Άδη κατεβείς μετανιωμένη θα βρεθείς,
τι κλείνει η πόρτα του Κατή με σιδερένια κλειδαριά
που μήτε ανοίγει μήτε σπα.
-Αν ε, μανούλα μου χρυσή, καλή παράδεισο να βρεις
να μας αφήσεις την ευκή σ' αγγόνια σου και σε παιδιά.

(Από τα «Μοιρολόγια της Μάνης», βιβλίο της Βούλας Δαμιανάκου)

Παναγιώτης Ηλ.Λυράκος (1886-1922) Είναι ο Πανωμπουλαριώτης εθελοντής γιατρός-λοχαγός του μικρασιατικού μετώπου.

Από τις πιο δημοκρατικές μορφές που έδωσε ο τόπος.
Κατατάχτηκε εθελοντής στον ελληνικό στρατό στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο κ πήρε μέρος στην μικρασιατική εκστρατεία σα Λοχαγός-Γιατρός όπου πρόσφερε τις υπηρεσίες του από το 1918 μέχρι του θανάτου του.

Από τις κακουχίες αρρώστησε βαριά κ μεταφέρθηκε στην Αθήνα στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο κ όχι στου Μέρμηγκα που κατά λάθος αναφέρει το παρακάτω μοιρολόι, για να εγχειριστεί. Ήταν μοιραίο να αφήσει εκεί την στερνή του πνοή.
Το λείψανο του μεταφέρθηκε στους Π. Μπουλαριούς κ τάφηκε στα Πυργάκια όπου υπάρχει και το μνημείο του.

Η αδερφή του Γαρουφαλλιά, διάσημη μοιρολογίστρα της εποχής, είπε το περίφημο μοιρολόι το οποίο αποτελεί μία από τις πιο συγκλονιστικές μπαλάντες του τόπου, ένα από τα λυρικώτερα κ παθητικότερα μανιάτικα μοιρολόγια, όπως το υπαγόρευσε ο γιος της Γ. Λαζαράκος-Σκούρκουλας :

Εγώ Μανιάτα φυσικιά θα στεϊρωθού στα γόνατα.
Καλώς τον αστυνόμο μου και με τα φανταράκια ζου
θα ζας σε κάμου ερώτηση κι αν δεν τονε γνωρίζετε
λέου και τα σημάδια του. Άσπρα και τα παπούκια του
κι είχε στο μάγουλο ελιά κι ήταν αητός με τα φτερά.
Λυράκος ήτανε Γιατρός βαθμοφόρος Λοχαγός
που γύρισε τόσα βουνά σε Βουλγαρία σε Τουρκιά
και τίποτα δεν έπαθε μον΄ήρθε να σαβανωθεί
στου Μέρμηγκα την κλινική.
Μπροστά πάει το Ιππικό και από πίζου ο Στρατός
και μεσ τη μέση ο γιατρός,
κι οι συ ναδέρφοι του οι γιατροί.
Και συ Μαυρογαρουφαλιά
για σέν αστράφτει και βροντά
και ρίχνει βόλι στρογγυλό
κι αστροπελέκι κόκκινο.
Μαγκούφια για δε βγαίνετε *
δε ζας σε μορφοχάϊδευε
όντα που ήμουνα μικρή
αφράτη και μεταξουτή
αδέρφια καλαγάπητα
που μεραζόμαστου τ΄ αυγό
η νοσοκόμα κι ο γιατρός.
Ε, μάνα, εμαυρόμανα
πρέπει καλά να το σκεφτείς
΄τι από το σπίτι ζου θα βγεις
θα πέσεις και θα κρεμαστείς
σε θυγατέρες και γαμπρούς
σ΄αγραγκαθιές κι ασπαλαθρούς.
Πο ραίνοσου και τίζοσου
καίτρωες μαύρα λάχανα
και είτα και κείνα ανάλαδα,
πό ραίνοζου και τίζοσου
σε Κατωμέρι, σε Βουνά
με πρόβατα μιχιαρικά
και με χωράφια της χρονιάς.

* Εννοεί τα μαλλιά της. Οι μοιρολογίστρες της Μάνης, την ώρα που μοιρολογούν - κλαίνε το νεκρό, τραβούν και ξεριζώνουν τα μαλλιά τους, τα οποία συνήθως ρίχνουν στην κάσα του νεκρού, αν είναι μπροστά τους Τούτο συμβαίνει κυρίως όταν ο νεκρός είναι αγαπημένο πρόσωπο στη μοιρολογίστρα - κι ο πόνος, όπως είναι φυσικό, είναι μεγάλος. Στην προκειμένη περίπτωση η μοιρολογίστρα ήταν αδερφή του νεκρού - και διάσημη μοιρολογίστρα.

Το Μοιρολόι της Γιαννούς

Επιμέλεια Γεωργία Π. Δημακόγιαννη, Φιλoλόγου.

Ιστορικό πλαίσιο μοιρολογιού: Η Σταυρούλα Τσιριγώτη (Γιαννού) μοιρολογεί τον άντρα της, που τον έχασε σε ηλικία 24 χρονών. Το μοιρολόγι που ακολουθεί, μου το απαγγέλλει η ίδια, ύστερα από 60 ολόκληρα χρόνια:

"Λαέ μου, σας παρακαλώ,
να μου το επιτρέψετε,
το βίο μου να διηγηθώ
και το δικό μου παρελθόν.

Όντας όπου εβύθισε
και μένα το καράβι μου
και χάθει ο καπετάνιος μου
και μ' άφησε τη σιρμαγιά
στου Κότρωνα τη Χαλικιά,
με δυο κορίτσια μοναχά,
της ρούγας και της αγκαλιάς.

Ο Νίκος μου ήτα στη (γ)κοιλιά
πέντε μηνώ ήμουν μοναχά.
Μα τι να κάνου το φτωχό;
Εμπήκα στο καράβι μου
και το τιμόνι έπιασα
κι αρμένισα ξυλάρμενο
χωρίς πανιά και μηχανή.

Επήγα και το άραξα
στο λιμανάκι του Αλιπιού.
Εκεί αγκυροβόλησα.
Έδεσα τα ρεμέντζια μου
ισόβια και παντοτινά.

Έδεσα το κεφάλι μου
έσφιξα το φουστάνι μου
κι ανασκουμπώθηκα ψηλά
να τ' αναστήσου τ' ορφανά
με δόξα και εγωισμό.

Μα ο Τσιριγώτης ο Ντελής
που ήταν φρόνιμος πολύ
και είχε λάμπη και ακοά
προσηλιακά κι αποσκιερά
με τον (ε)φώτισε ο Θεός
η Παναγία κι ο Χριστός
και τόβαλε στο σκεφτικό
και θέει δεν τόβγαλε καλό,
να μ' έχει όξου στην αυλή,
χωρίς στεκούμενο κλειδί.

Η ηλικία μου μικρή
εικοσιτέσσερω χρονώ
θα μ' έπαιρνε ο πατέρας μου,
άμα γινότα φιλικό.

Μία Δευτέρα δειλινό
στις 20 του Οκτωβριού
ήρθε απάνου στη σκεπή
και έκαμε μία κλιβανή
μούριξε μέσα το κλειδί.

Η σκλάβα του να το κρατεί,
περήφανα να περπατεί,
να του λατρεύει την τιμή,
ώστα υπάρχει ζωντανή.

Όχι δική μου προκοπή,
με του Θεού τη δύναμη.
Ακούστε μου, καλοί Ρωμιοί,
και βαφτισμένοι χριστιανοί,
έσωσε η τύχη μου και κει
και από την άλλη μου μεριά.

Έχασα το Γιώργο μου,
τον άριστό μου αδερφό,
το μέγα Νοματάρχη μου,
όπου ήταν Έλληνας πιστός,
γνήσιος και φυσικός.

Δεν είναι ανάγκη να (ν)το πω
και μήτε να το λογιστώ.
Πράμα ήτα και φαίνοντα
στον κόσμο και γνωρίζοντα.


Των Μανιατών Της Κορσικής

Δέκα βρύσες με νερό
κι εξήντα δυό πηγάδια
δε μας τη σβήνουν τη φωτιά
μεσ” απ” τα φυλλοκάρδια

Φύγαμ” από τον τόπο μας
κι” από τα γονικά μας,
μας διώξαν απ” τα σπίτια μας
κι” απ” όλα τα καλά μας

ανάθεμα τον αίτιον
και την κακήν αιτίαν
αλλά δεν του ευχόμαστε,
την ίδιον καταντίαν.

Γλυκεία που “ταν η Μάνη μας,
πικρός ο χωρισμός της
πικρότερος στην ξενητειά
θε να “ναι ο καημός της.

Είμαστε απ” το Οίτυλο
και Στεφανοπουλιάνοι
κι ήρθαμε στην Κορσική
καταδιωγμένοι και φτωχοί.
Κορσικανοί μου καημένοι
κι απ” τον Οίτυλο φερμένοι!

Το παραπάνω μοιρολόι αναφέρεται στην αναγκαστική αποχώρηση των Στεφανοπουλιάνων μαζί με άλλους 300 Μανιάτες απο τη Μάνη το 1675 και τη μόνιμη εγκατάσταση τους στη Κορσική. Μέσα απο τους στίχους του διαφαίνεται η πικρία και ο πόνος της αποχώρησης απο την ιδιαίτερη πατρίδα τους.

ΜΑΝΙΑΤΙΣΣΑ ΜΟΙΡΟΛΟΓΕΙ ΤΟ ΝΕΚΡΟ ΠΑΙΔΙ ΤΗΣ

Ξυπνα διαμάντι και ρουμπί κι αφρέ του μαλαμάτου
πούχω δυό λόγια να σου πώ του παραπονεμάτου.
Γαρούφαλό μου κόκκινο κι άσπρο μου καριοφίλι
μήτε σε πόρτα φαίνεσαι μήτε σε πανεθύρι.
Γλέντι παιχνίδι του σπιτιού , ξεφάντωμα του τραπεζιού,
μάτια μου, μικρουλάκι μου κι ασημοκαντηλάκι μου.
Δάσκαλοι και γραμματικοί και επιστήμονες γιατροί
θα σας εκάμου ρώτησι,τι στη γυναίκας τα εντός
αθοβολεί βασιλικός κανέλλα και γαρύφαλο;΄
-Τίποτε δεν αθοβολεί,μόν' το παιδί κυκλοφορεί και βγάζει τόση
μυρωδιά πλέα κι απο βασιλικά.

Αναρτήθηκε από DikaiosDikaiakos

Μεγάλη αντάρα γίνεται/ στα Μαυρομιχαλιάνικα./
Ποιόν τάχα να προσμένουνε/ σαν ποιόν να καρτεράνε;/
Κανέναν δεν προσμένουνε/ κανέν' δεν καρτεράνε./
πικρό τους ήρθε μήνυμα,/ φαρμακερό μαντάτο./
Ότι του Μπέη το παιδί/ του Κυριακούλη αγγόνι,/
δισέγγονος τρισέγγονος / του βασιλιά της Μάνης,/
πέθανε μες' στον πρώτο ανθό/ της όμορφης του νιότης,/
χωρίς βέρα στο δάχτυλο/στέφανο στο κεφάλι./
Και μένει ένα παράπονο,/ παράπονο μεγάλο,/
που δω δε σε νταφιάζουνε/ στα χώματα της Μάνης.
http://mani-poliana.blogspot.gr/

ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ
(Το είπε η φαρμακοποιός Ειρήνη Τσουκαλά στον πατέρα της)

Κάνου τα χέρια μου σταυρό και όλους σας ευχαριστώ
Εσάς που εκοπιάσατε και ήρθατε στο σπίτι μας,
Μαζί μας για να κλάψετε και για να μας συνδράμετε.

Όλοι το ξέρετε καλά το τι μας ηύρε σήμερα
Χάσαμε τον πατέρα μας – χάσαμε τον αέρα μας !

Άς ήτα γέρος με ραβδί, για μας χρησίμευε πολύ
Ήταν ο στύλος του σπιτιού – λεβέντης είκοσι χρονού !

Να κάμετε λογαριασμό τ΄ εμένα ο πατέρας μου
Δεν έχει σερνικό παιδί και παίρνει το κλειδί μαζί.

Έχει μονάκριβο καφό, πούναι κι΄ εκείνος μοναχός
με δίχως σερνικό παιδί και γέροντας με το ραβδί.

Έτσι το γράφει η τύχη μας – ας κάμωμε κι αλλιώτικα
Νάμαστε όλο θηλυκά μέσα στα Τσουκαλιάνικα.

Έτσι το θέλησε ο Θεός κι ο Χάροντας πούναι σκληρός
να μην αφίση σερνικά στα σπίτια μας τα σερνικά.

Πατέρα άϊντε στο καλό στου ΄Αδη το Βασίλειο
Εκεί τη μάννα μας θα βρης, το σερνικό σου το παιδί
Λιγάκι να το μυριστής – Θεέ μου θα θαραπαής !

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ : Η επιστήμων φαρμακοποιός Αρεοπόλεως Ειρήνη Τσουκαλά έχει ειπή εξαιρετικά μοιρολόγια, παρ΄ ότι έζησε επί τεσσαράκοντα περίπου έτη εις τον Πειραιά χωρίς ποτέ να ειπή μοιρολόι. Πάντως είναι μοναδική περίπτωσις , που Μανιάτισσα επιστήμων απεφάσισε να ειπή μοιρολόγια.

Μοιρολόι για τον Ηλία Αλαφρή από την Κοίτα της Μέσα Μάνης ο οποίος έζησε και πέθανε στο Πεταλίδι της Μεσσηνίας.

Έ Λία άσπρε και κόκκινε
Αμ πώς το καταδέχτηκες Και πως το αποφάσισες
Σε ξένο τόπο να θαφτείς Στα βλάχικα να κηδευτείς
Να μπεις σε χούμα αγοραστό Και με παπά πλερωτικό
Ν ακούεις γλώσσα βλάχικη Και γλώσσα Μοραΐτικη
Που σαι απ΄τα Νικλιάνικα Από τα Καουριάνικα
Κι από τα άγια χούματα Στον άνεμο και στην οργή
Να πάει η γλώσσα η βλάχικη Κι η γλώσσα η Μοραΐτικη
Και όσοι αναμπαίζουσι Την γλώσσα την Μανιάτικη
Όπου είναι η γλώσσα του Θεού Κι εγώ θε να ξεμορφωθού
Και μοιρολόι θε να πού Να μάθει όλος ο Μοριάς
Ότι είσαι από αντριανή γενιά Ότι είσαι από τα Νικλιάνικα

Το παραπάνω μοιρολόι ειπώθηκε γύρω στα 1880. Ο Ηλίας Αλαφρής πήγε στο Πεταλίδι από την Κοίτα το 1863 όπως πληροφορούμαστε από το μητρώο της κοινότητας. Το μοιρολόι αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Από την μια δείχνει την έντονη σχέση – δεσμό μεταξύ των αποίκων και της Μάνης, σε γλώσσα, ήθη και έθιμα καθώς και την υπερηφάνεια της καταγωγής.
http://maniatika.wordpress.com/

Η ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΡΑ

Το μοιρολόι αυτό το βρίσκομε σε όλες τις μέχρι τώρα γνωστές συλλογές και πολλά σχόλια εγράφησαν λόγω της φύσεως του περιεχομένου του.

Μια σκόλη και μια Κυριακή
και την ημέρα τη Λαμπρή
σηκώθηκα η αμαρτωλή
κ’ έψησα τι τυρόπιττες.

Εκείνες εχαλάσανε
και ψίχαλα γενήκανε.
Βάνου το δρόμο στα μπροστά
και πάου στου πατέρα μου.
—Κακό σημάδι σήμερα,

χαλάσαν’ οι τυρόπιττες
και ψίχαλα γενήκανε.
—Μωρή, δεν έναι τίποτα,
βάλε κουλούρα στην ποδιά
κόκκιν' αυγά στη ζουναριά.

Το δρόμο που επάαινα
απάντεσα τον άντρα μου
μαζί με τον κουνιάδο μου.
Έκατσα τους ερώτησα,
που έν' ο Καλαπόθο μου;

Στη στάνη τον αφήκαμε,
ν' αρμέγει να τυροκομά,
να τρώει να καλοπερνά.
Στη στάνη που εζύγωσα,
τον άκουσα και γόγγυξε.

Για πες μου, Καλαπόθο μου,
αμποίος είναι ο φονιάς,
να πάρου εγώ (1) το δίκιο ζου;
—Τι να ζου ‘που, μωρή καφή;
Άντρα ζου είναι ο φονιάς

μαζί με τον κουνιάδο ζου.
Πάνου μου τον εζάλωσα,
στο δρόμο που επάαινα,
μεσοστρατίς ξεράθηκε.
Σε μια εκκλησιά τον έδαλα,

Στη Τζίμοβα κατέβηκα,
πήρα δεκάρα σουλιμά,
να φαρμακώσου το φονιά.
Στο σπίτι μου εγύρισα
Κ’ έκατσα κ’ εμαγέρεψα,

ρίχνου τον πικροσουλιμά
κι απέει τους εκάλεσα.
Πρώτη μπουκιά πο 'πήρασι (2),
τα μάτια εξεστριλώσασι.
Αμή και δεν το ξέρατε
πως έτσα θαν το πάθετε.

Όντες ετέλειωσε η δουλειά,
μίλησα του πατέρα τους.
—Έκαμα ό,τι εκάμασι
και το 'παρα το δίκιο μου.

Αμποία κι άλλη χριστιανή
την ίδια μέρα τη Λαμπρή
έχαιρε άντρα κι αδερφό.

Χαλάσανε οι τυρόπιττες και ο νους της πάει αμέσως στον αδελφό της Καλαπόθο, γιατί το χάλασμα σημαίνει κακό για το πιο αγαπημένο πρόσωπο, και το πιο αγαπημένο είναι ο αδελφός της.

Μαθαίνοντας τους φονιάδες του αδελφού της, που είναι ο άντρας της και ο κουνιάδος της, τους φαρμακώνει και την πράξη της αυτή την κάνει γνωστή στον πεθερό της.

Την πράξη αυτή ο Πολίτης την κρίνει μ' αυτά τα λόγια:

«Ούτε φόβος πάλι ούτε έλεος. Η άγρια τραγωδία, ένα οικογενειακό όραμα ζοφερό κι απαίσιο έληξε με απόλυτη ηθική γαλήνη. Ο πεθερός κ' η νύφη έχουν σκύψει το κεφάλι κάτω από την ηθική προσταγή, πού κι αν τύχη νάναι αντίθετη προς τους φυσικούς νόμους - όπως συμβαίνει σχετικά με τον πρώτο - παραμένει όμως απόλυτα σεβαστή. Η νύφη έκαμε ό,τι εκάμασι και ο πεθερός της αναγνωρίζει αυτό το δικαίωμα».

ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ
Όντας πρωτογκλημάτισε
ο Δήμος το καλό παιδί
ήταν χρονώ δεκαοκτώ
κι έκαμε χρόνους δεκατρείς
στα κάγκελα της φυλακής
κι από ταν σώθει η ποινή
κι εβγήκε από την φυλακή
ετούσκουξα το ψυχικό
να παρατήσει το κακό
άσε ρε Δήμο τ αρματα
παράτησό τα τα κακά
γιατί έκαμες οχτρούς πολλούς
στην Κοίτα και στους Καλονιούς
μα ο Δήμος είχε φαντασμό
μανιάτικο εγωισμό
με αφορμή των εκλογών
καλαμπαλίκι του Ρηγός
στον πύργο απάνου εδιάηκε
και κρόει την πρώτη τουφεκιά
και ξαναγιόμησε το γκρα.
και κρόει κι άλλη τουφεκιά
τον Γιάννη τον εσκότωσε
τον αστυνόμο λάβωσε
τον άφηκε σημαιδακό
να το χει για θυμιτικό
ζ όλο το παπουδικό
Φεύγει κι ο Δήμος στο βουνί
μα δίχως να χει ξεβγαλτή
κι ο Τουρλομούσης ο παπάς
ο διάολος κι ο κερατάς
στον πύργο του ανέβηκε
και σούρνει δυνατή φωνή
ζ όλη την Μάνη ν ακουστεί
παιδ’ια μου κι ανήψια μου
όλοι το γκρα να πάρετε
το Δήμο να σκοτώσετε
τον Γιάννη να δικιώσετε
τι αν μένει ο Δήμος στη ζωή
δεν έχουμε αναβουή
Σαρανταπέντε σερνικοί
στου Ντεβερίκου το καμπί
εκάμασι γεροντική
αμ ποιονε να σκοτώσουσι
και ποιονε να λαβώσουσι
τον Δήμο νη το Γκηταρά
το Δήμο τον παλικαρά
τι ο Γκηταράς αν σκοτωθεί
με δέκα θε να δικιωθεί
ο Λίας και ο Θοδωρής
και του παπά οι δύο γιοι
φεύγουν και πάσι στο βουνί
κι εκεί χωσία εστήσασι
να σου κι ο Δήμος έρχεται
καβάλα στο μουλάρι του
ξωπίσω το ζευγάρι του
να σου κι η πρώτη μπαταριά
του πέρνει πλάτες και νεφρά
να σου κι άλλη μπαταιριά
του χυθήσαν τα μυαλά
το Δήμο εσκοτώσασι
το Γιάννη εδικιώσασι
http://maniatika.wordpress.com/

Δύο ήταν οι θεσμοί στη Μάνη που αναλάμβαναν εκείνες τις πολιτικές - νομικές λειτουργίες που σήμερα αναλαμβάνει το κράτος: η γεροντική, το συμβούλιο των ανδρών, και το κλάμα, η θρηνητική τελετουργία των γυναικών.

... Καλώς τον Μιχαλάκο μου
γέροντα του Κατωπαγγιού
θες που ήρθες στην Οχιά [χωριό]
που η Σούρδαινα είναι κακιά [η θρηνούσα]
και τις γεροντικές χαλά;

Το κλάμα μπορούσε να ενισχύσει όσο και να αμφισβητήσει τις αποφάσεις της γεροντικής, μπορούσε και να επιβάλλει αποφάσεις στην γεροντική επικαλώντας συλλογικές ηθικές υποχρεώσεις, όπως την εκπλήρωση της ηθικής του κώδικα αντεκδίκησης.
Νάντια Σερεμετάκη ΤΑ ΝΕΑ (08-07-2000).


ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΗ ΚΟΣΟΝΑΚΟΥ

Το μοιρολόι αναφέρεται στη συμμετοχή των Μανιατών στους αγώνες για την απελευθέρωση της Κρήτης. Ένας εκ των αγωνιστών Μανιατών ήταν και ο οπλαρχηγός Γ. Κοσονάκος.

Ανάθεμά την την αρχή
τον Έπαρχο και το Βοιδή1,
πο πήρασι απόφαση,
να μαζευτούσ' οι αρχηγοί
κι ο Κοσονάκος μπροστινός,
που ήτα πενταγνωστικός,
μάζεψε στράτεμα πολύ
κ ειδιάη στου Μαμουσούμπαση2.

Αγνάντεψε η Γιωργάκαινα
και είπεκε κ' εμίλησε.
Μάννα, ο Γιωργάκης έρχεται
και φέρνει στράτεμα πολύ
δεν έναι κ’ η δουλειά καλή.
Όσο να μπει κι όσο να βγει,
γιόμισ' η μάντρα κ' η γιαυλή.
Μάννα ψωμί Μάννα τυρί
να φάει ο κόσμος που 'ρθε δω.

Ήρθα να πάρου την ευκή
από καρδιά κι από ψυχή,
τι πάου στην Κρήτη μπουλουξής.
Κάνου να ζε καταραθού,
μα δε μ' αφήνει η γνώμη μου
και πάλι θε να ζ' ευκηθού,
καλά να πάεις καλά να 'ρθεις,
λήγορα να προϊβαστείς3,
να γίνεις πρώτος αρχηγός.

Τ ακούει η Γιωργάκαινα
και του θανάτου έπεσε.
Γιωργάκη που με παρατάς
με δίχως τέκνα και παιδιά;
Τόσου χρόνου η παντρεία μας
κι αμπού 'νιαι τα παιδία μας
πο 'ναι η προσκαμασία4 μας;

Γιωργάκης φεύγει αναχωρά
και η Γιωργάκαινα μιλά.
Γιωργάκη φέρ’ τη βούλα ζου,
τηνε δική μου πάρε τη
και κράτα τη για θύμηση,
για να 'ρθεις πάλι να με βρεις.

Γιωργάκης φεύγει αναχωρά
πάει κατά το Γύθειο.
Όξ’ από το Πελεκητό5
ήτα τ' Αρκάδι6 στο γιαλό.
Ο Κοσονάκος μίλησε,
στα παληκάρια είπεκε,
παιδία να προσέχετε,
πάμε στη Κρήτης τα χωριά,
μέσα στα τούρκικα σπαιθ'ά.
Όξ' από την Επισκοπή
ήτα κι ο Λίας ο Βοιδής7.

Στ’ Αρκάδι μέσα 'μπήκασι
στην Κρήτη επααίνασι.
Τρία παπόιρα Τούρκικα,
ερρίξασι μνιά μπατα'ρ'ά,
πάει τ' Αρκάδι το μισό
κι ο Κοσονάκος αρχηγός.

1. Νομίζω πως πρόκειται για το γιο του πεσόντος στο Μανιάκι Πιέρου Βοϊδή ο οποίος είχε σημαντική δράση κατά τους χρόνους εκείνους. Το ί προφέρεται ως ημίφωνο λόγω του μέτρου.
2. Κτήματα και κατοικία του Κοσονάκου.
3. Την απλολογία: ποοβιβασθής > προϊβαστής παρετήρηοα στο τοπωνύμιο Βαρναρείο, από τη λ. βαύνος=καμίνι, φούρνος είχαμε την εξέλιξη βαύνος > βαυναρείο > βαναρείο > Βαρναρείο. Για την ανάπτυξη του ρ λόγου του υγρού της ληγούσης πρβλ. χαχάλι > χαρχάλι.
4. Προσκαμασία, προκοπή, πρόοδος.
5. Θέση στο Γύθειο.
6. Το βαπόρι που μετέφερε πολεμιστές και εφόδια στην Κρήτη.
7. Από τα μέλη της οικογενείας Βοϊδή Μαυρομιχάλη.

Από το βιβλίο του Ανάργυρου Κουτσιλιέρη «Μοιρολόγια της Μάνης» Μνημεία Γλωσσικά-Ιστορικά-Λαογραφικά, Εκδόσεις ΜΠΕΚΑΚΟΣ, Αθήνα 1997.


ΤOY ΦΑΝΤΑΡΟΥ

Πολύ χαρακτηριστικό είναι και το λιγόλογο μοιρολόι που και σήμερα ακούγεται στη Μάνη πολύ συχνά:

Εγίνη το Φοκαλωτό
η Λάρισα κι ο Δομοκός.
Της γριάς Τσαγκρόνυφης οι γιοι
εγίνησαν Οθωμανοί
και κρόσι την κυβέρνηση
σαν Τούρκοι και χειρότεροι.
Αδικοσκοτωμένο μου,
πώς να ντο μάθει η μάννα ζου
το ξαφνικό το θλιβερό;

Στο Φοκαλωτό, που είναι μια θέση κοντά στο χωριό Μέζαπος της Δυτικής Μάνης, ο φυγόδικος Τσαγκράκος σκότωσε ένα φαντάρο του αποσπάσματος, που τον κυνηγούσε.
Για το φόνο του φαντάρου το Φοκαλωτό χαρακτηρίζεται Λάρισα και Δομοκός, παραλληλίζεται δηλαδή με τους τόπους, που σκοτώθηκαν πολλοί Έλληνες στον πρόσφατο τότε πόλεμο του 1897.
Του Ανάργυρου Κουτσιλιέρη δ.Φ.,(τ. Διευθυντού Βαρβακείου Σχολής – Επόπτου Μ. Εκπαιδεύσεως), από το βιβλίο του «ΜΑΝΙΑΤΙΚΑ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ»

Μανιάτικο μοιρολόι για τον θάνατο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη

Σκύψετε όρη και βουνά
για να ξανοίξου το Μωρηά
να ιδού και την Τροπολιτσά
αν κλαίει κι’ αν μοιρολογά .
Ακούστε κάστρα του Μωρηά
και φρούρια της Λευτεριάς
Εσήμερα αναχωρά
ο αρχηγός της κλεφτουριάς.
Σήμερα φεύγει ο στρατηγός
ο Γέρως ο ηρωικός
του Δράμαλη ο νικητής
και του ραγιά ο λυτρωτής.
Κολοκοτρώνη Θοδωρή –
ατρόμητε πολεμιστή
τα χρόνια ζε κιοτέψασι
στο Χάρο ζε προδώσασι.
Μία βολά κι’ ένα καιρό
ήσου λιοντάρι φτερωτό
ζ ‘ έτρεμε η Αρβανιτιά
και του Σουλτάνου η τουρκιά.
Στους κλέφτες ήσουν αρχηγός,
στους Μωραϊτες στρατηγός,
και έδωνες διαταγές στις φάλαγγες – στους μαχητές.
Εσένα βοήθησ’ ο Θεός
να λευτερώσης το Λαό
το Έθνος το Ελληνικό ,
το γένος το Ιστορικό!
Άκουσο Γέρω του Μωρηά
τη Μάνη που μοιρολογά :
«του Ταυγέτου τα βουνά
και του Ταινάρου τα χωριά»
Σκούζουσι άγρια τη φωνή ,
για να ξυπνήσουν οι νεκροί,
να τρέξουσι κι’ οι σταυραητοί
το φέρετρο να πιάσουσι.
Κολοκοτρώνη Θωδωρή –
στον Άδη που θα κατέβης
πάλι θε νάσαι στρατηγός
και των ηρώων αρχηγός !»

Σημείωση : Ο Θ. Κολοκοτρώνης είχε εκπαιδευθεί στην Μάνη, όπου είχε καταφύγει διωκόμενος και ο πατέρας του Κων. Κολοκοτρώνης. http://odeforthesun.blogspot.gr/

΄Αχου θέε μου από ψηλά,που δεν σε πιάνει βόλι γκρα
κατέβα λίγο χαμηλά,να πούμε δίκια κι άδικα
τα πλέα δίκια τα έχω εγώ,γιατί έχασα μοναχογιό

( μανιάτικο μοιρολόι)


Το μοιρολόγι, που ακολουθεί αναφέρεται στους Μανιάτες πολεμιστές του Μπιζανίου το 1912-13.

Ένα καράβι, που περνά
όξου στο κάβο Ματαπά,
περνά σφυρίζει δυνατά
κι’ όλο το (γ)κόσμο αναβοά.
Το όγδοο Σύνταγμα περνά
τη Λακωνίας τα παιδιά,
και πάσι για τα Γιάννενα,
στου Μπιζανιού τα φρούρια.
Βγάτε μανάδες κι’ αδελφές
κοπέλλες, γέροντες και γριές
να χαιρετήστε με φωνές
τους Λάκωνες πολεμιστές.
Πάσι να πολεμήσουσι
τι Μάνη να τιμήσουσι
Τώρα θ’ ανάψει ο καυγάς
στα Ηπειρώτικα βουνά
τώρα θα ιδεί κι’ ο βασιλιάς
πως πέφτουσι τα Γιάννενα.
Εμείς της Μάνης τα παιδιά
το βρήκαμε από παλιά
να πολεμούμε τορμηρά,
στη μάχη νάμαστε μπροστά
το δείξαμε στα Γιαννιτσά
και κει στο ύψωμα του Σκρά
Θε να το δείξουμε κι’ επά
στου Μπιζανιού τα φρούρια.

Οι μανιάτες στους Βαλκανικούς πολέμους.

Οι Μανιάτες πολέμησαν το 1912-13 για τη λευτεριά της Ηπείρου. Το 8ο Σύνταγμα παρασημοφορήθηκε για την προσφορά του και η 4η Μεραρχία των Μανιατών και Λακώνων χαρακτηρίσθηκε «Σιδηρά Μεραρχία».


ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΥ

Την πρώτη του Ιούνιου
τη μέρα του καλοκαιριού
στο Κρατικό του Πειραιά
τη στήσανε απ’ τις εφτά
για να του πάρουν τα λεφτά.
Κι ως έκανε ν’ αντισταθεί
και πήγε κάτι να τους πει
εκεί τον βρήκε η μπιστολιά
μέσα στα φύλλα της καρδιάς.
Τον κλαίν της Μάνης τα χωριά
προσηλιακά κι αποσκερά
η μάννα κι ο πατέρας του
και τα παιδιά του τα μικρά.
Τον κλαίνε ξένοι και δικοί
γιατί ήτουνα καλό παιδί
και βόηθαγε κόσμο πολύ.
Τον κλαίν γυναίκα και καφός
που άντρας ήτανε σωστός
και στη ζωή αλύγιστος.
Ακούστε Μάνης τα χωριά
και Κρατικό του Πειραιά
με την εικόνα του φονιά
του κλείσανε τα βλέφαρα.
1997


ΤOY XΩΡΟΦΥΛΑΚΑ

Γνωστό μοιρολόι, που δημοσιεύεται και σε παλαιότερες Συλλογές, είναι τούτο:

Σαν ήθες να γενείς φονιάς
γιατί δεν αποφάσιζες,
να πάεις στου Κούνου τα στενά
στου Κονομάκου το λοντά,
το Δημαρόγγονα να βρεις
κ' Υπόληψη να φορτωθείς
από τα νύχια ως την κορφή,
μόν' ιδιάηκες και σκότωσες
τον παλιοχωροφύλακα
για το κομμάτι το ψωμί,
ε, χοντρο-Κυριακούλακα;

Μα όλοι καλώς ορίσατε,
κλάψετε για να κλάψουμε
τούτον το χωροφύλακα,
δεν έχει μάννα ούτε καφή,
στην κάσσα του για να σταθεί,
να γροθοκοπανίζεται,
να βγάνει τα μαλλιά της.

Το μοιρολόι το είπε η θεία του φονιά, που αισθάνεται ντροπή για την πράξη του ανιψιού της και γι' αυτό εκφράζεται περιφρονητικά γι' αυτόν και τον χαρακτηρίζει ανόητον με τον όρο -χοντροΚυριακούλακα -. Η συμπάθειά της στρέφεται όλη προς τον άτυχο χωροφύλακα και τον θρηνεί ως φτωχό βιοπαλαιστή αγωνιζόμενον «για το κομμάτι το ψωμί», καλεί δε και τους άλλους να θρηνήσουν το νεκρόν και να αναπληρώσουν τη μάννα του και την αδερφή του, που δε βρίσκονται αυτή τη στιγμή κοντά στο φέρετρό του.
Του Ανάργυρου Κουτσιλιέρη δ.Φ.,(τ. Διευθυντού Βαρβακείου Σχολής – Επόπτου Μ. Εκπαιδεύσεως), από το βιβλίο του «ΜΑΝΙΑΤΙΚΑ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ»


Του Αντώνη Κάσση – Μουσουράκου (ΜΟΙΡΟΛΟΙ)

Το 1920 πέθανε ο Αντώνης Κάσσης Μουσουράκος (προσωπικό παρατσούκλι Σμυρνιός). Άφησε την γυναίκα του έγκυο. Είχαν μόλις ένα χρόνο παντρευτεί. Το μοιρολόι το είπε η Πηνιώ Μπουρδάκου. Η Πηνιώ ήταν και αυτή πρόσφατα χήρα και για να παρηγορήσει την νέα χήρα (Μαργαρίτα) της είπε …..

Αμπού είσαι Μαργαρίτα μου
Αμπώς θα σκιουνοκρεμαστείς?
Με δίχως άντρα στην ζωή
Μα αν γεννηθεί καλό παιδί
Θα σαι νοικοκυρά καλή
Μέσα στο σπίτι να κλειστείς
Κανένανε να μην δεχτείς
Αν είναι να χεις σερνικό
Θε να χει ο λόγος σου σταυρό
Θα σαι καλή νοικοκυρά
επά στα Μουσουριάνικα
αν τύχει κάμεις φηλυκό
να το πατήσεις στο λαιμό
ρώτα εμένα να ζου πω
δεν έχει ο λόγος μου σταυρό
δεν έχει ο λόγος μου ισχύ
γιατί έχω φηλυκό παιδί
εσύ να κάμεις σερνικό
για να κρατήσει σπιτικό
θα σαι μαγαζατόρισσα
θα σαι κοτζάμ εμπόρισσα

Οι Μουσουριάνοι ήταν οι πλουσιότεροι Κάσσηδες την περίοδο του μεσοπολέμου έχοντας κατάστημα εμπορικό στο ακροταίναρο. Το παιδί της γεννήθηκε καλώς. Η Μαργαρίτα όμως 40 ημέρες μετά την γέννησή του πέθανε από αρρώστια. Το «σκιουνοκρεμαστείς» αφορά τον τρόπο με το οποίο γεννούσαν τότε οι γυναίκες. (όρθιες κρατώντας σχοινιά από το ταβάνι κρεμασμένα). http://maniatika.wordpress.com/



Το μοιρολόι το είπε η θεία του Δαβάβη, η Ζωγράφαινα αδελφή του πατέρα του. (από την εφημερίδα Αδούλωτη Μάνη Αρ. φύλλου 14)


ΤΟ ΠΙΟ ΑΡΧΑΙΟ ΜΟΙΡΟΛΟΙ

Η Μάνη είναι γνωστή για τα μοιρολόγια της, τα θρηνητικά άσματα που εντυπωσιακά συνέθεταν για να “αποχαιρετίσουν' δικούς τους ανθρώπους, συνήθως αγράμματες γυναίκες του λαού μας.
Το μοιρολόι αυτό, σε άψογο πρωελεγειακό μέτρο, μας έρχεται από την Τευθρώνη των ελληνιστικών χρόνων, καθώς δείχνει η γραφή “είσχυσα'. Το περιεχόμενο του επιγράμματος είναι αυτό:
«ηέλιον προλιπούσα φαεσφόρον,εις Αχέροντα Σωσικράτει’ έμολον, πατρί συνεσπομένη. Κουρίδιον προλιπούσα πόσιν και μητέρα λυγράν, ήλυθον εις Αίδην πένθος αφείσα δόμοις. Οκτωκαιδεκέτη δε χρόνον ζήσασα κατ’ ήμαρ. ουκ είσχυσα λιπείν σπέρμα φίλω γαμέτη βαστάζουσα βρέφος κατά νήδυος, ο γλυκύ φέγγος ζωής πριν κατιδείν, δύνε μυχούς σκοτίους».
Η ορφανή από πατέρα Σωσικράτεια φαίνεται πως πέθανε στον τοκετό. Το ηρωελεγειακό ποίημα το αποδώσαμε με τους ιαμβικούς οχτασύλλαβους των μανιάτικων μοιρολογιών και με το ιδίωμα της Μάνης.
Αφηκα τ’ άστρι της μερός
στον κάτου κόσμο ήρθεκα
η δόλια Σωσικράτεια,
τον κύρη μου αγκλούθησα
και άφηκα τον άντρα μου
τη μαύρη τη μανούλα μου
στον Αδη εκατέβηκα
και μαύρισε το σπίτι μου.
Χρόνους κλειστούς δέκα οχτώ
μέρα τη μέρα έζησα
και κλήρα δεν του άφηκα
του γιαλεχτού μου σύντροφου,
τι το παιδί μας στην κοιλιά
πρίχου ο ήλιος καν το ιδεί
κοντά μου το συνάπαρα
στ’ Αδη τα μαύρα τάρταρα.

Τα λόγια που βάνει στο στόμα της Σωσικράτειας ο ελεγειακός ποιητής μας θυμίζουν στίχους του Ευριπίδη:
(Έκδοση του Δήμου Ανατολικής Μάνης, Εκδόσεις «Αδούλωτη Μάνη», 2005)

Η ΕΞΩΣΗ ΤΟΥ ΟΘΩΝΑ

Να πως περιγράφεται σε μοιρολόι μιας φιλο Οθωνικής οικογένειας η έξωση του Όθωνα......
Του 1862- 1863

Η Κοίτα ήταν η πηγή
τα Άλικα και οι Μπουλαργιοί
σαν ένα ο Κούνος με το Δρυ
έτσα Παγγιά με το Σταυρί
η Βάθεια με τα Τσικαλιά
κι η Λάγεια η κόκκινη Μηλιά
οι Πιόντες οι κοκκινογείς
και τα Κορογονιάνικα
Καινούργια Χώρα στο Πυργί
ο Πάλυρος με το Καστρί
Σπείρα, Κοκκάλα και Ελυμπγιά
και Κορακοπαχιάνικα
Νύφι, Δρυαλί, Αργιλιά
Κότρωνας, Ριγανόχωρα
Η Σπάρτη με το Γύθειο
η Τρίπολη κι η Κόρινθος
Αθήνα με τον Περαιά
Ρούμελη με τα νησιά
όλα εσυμφωνήσασι
τον Όθωνα να διώξουσι
Κι εξεθρονιάστηκε η Ελλάς
κι εξεθρόνιασε κι εμάς.



... Εγώ ειμ' η Βέργα τ΄Αλμυρού
κι όσα με βρούσι τα μπορού
τ΄ εχου κοιλιά τη πιθαρός
κι όλα τα κάνω χαραμπό
τα ρίχνου και στη θάλασσα...

Η Βέργα και ο Αλμυρός είναι οι τοποθεσίες που έγινε η περίφημη μάχη μεταξύ των μανιάτικων γενών και του εισβολέα εχθρικού στρατού κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Στην επίσημη ιστορία η μάχη του Αλμυρού εξυμνείται ως ανδρική νίκη, οι γυναίκες απλώς βοήθησαν, πολεμώντας με τα δρεπάνια τους στον Δυρό για να εμποδίσουν ένα δεύτερο στρατό να κατακτήσει την Μέσα Μάνη όσο οι άνδρες πολεμούσαν στη Βέργα. Οι παραπάνω στίχοι ενός σύγχρονου μοιρολογιού αναμορφώνουν τη μάχη ως γυναικεία ιστορία. Με τον πρώτο στίχο η θρηνωδός γίνεται, όχι απλώς η μάχη, αλλά ο τόπος που έγινε η μάχη. Γίνεται η Βέργα του Αλμυρού. Οι άνδρες καταλαμβάνουν τόπους, οι γυναίκες γίνονται χώροι. Κατανοεί το συγκεκριμένο γεγονός και τόπο μέσω του σώματός της, και με τον δεύτερο στίχο δηλώνει πως οποιαδήποτε βία και κακό κι αν την προσβάλει, αυτή θα εν-σωματώσει, θα συγκρατήσει και θα καταβροχθίσει τη συμφορά με τον ίδιο τρόπο που οι Μανιάτες «καταβρόχθισαν» τον εχθρικό στρατό. Σαν λεβέντισσα, παραμένει στητή ανάμεσα σε όλα τα σώματα που έχουν πέσει. Νάντια Σερεμετάκη ΤΑ ΝΕΑ (08-07-2000).


ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΚΑΛΟΝΑΡΟΥ (1894 – 1959)
(Φιλόλογου καθηγητή-ερευνητή της Ιστορίας και Λαογραφίας της Μάνης)

Ένα κατάμαυρο πουλί στη Νόμια (1) έφερε χαρτί
και τόριξε στην εκκλησιά και έκραξε λυπητερά :
"Εσήμερα στη ξενητειά έρριξ΄ ο χάρος κανονιά
απάνου στον καθηγητή, στου Καλονάρο το παιδί"

Τ΄ ακούσασι ο χωριανοί κι εκάμασι καλεστική (2)
προσηλιακά κι αποσκερά στην Κίττα και τη Λαγκαδιά (3)
Μαζούχτηκε (4) πολύς ντουνιάς από της Μάνης τα χωριά
κι άρχισε μοιρολοϊτό στου Καλονάρο το λιακό.

Μία Μανιάτα παλαιή και θεία του καθηγητή
το μορολόϊ άρχισε και στο Λαό εφώναξε :

"Ο Πέτρος ο καθηγητής - του Καλονάρο το παιδί
ήτα Μανιάτης φυσικός σ΄ όλη τη Μάνη ξακουστός.
Ήταν από καλή γενιά κι ήταν γιομάτος λεβεντιά
είχε το μάτι του αητού και το μυαλό του Σολωμού (5)

Είχε την πέννα τη χρυσή κι έγραφε σκόλη και λαμπρή
για του Ταινάρου τα χωριά και για της Μάνης τα βουνά.
Ήταν η φήμη του καλή κι η υπόληψή του ζηλευτή
και είχε φίλους γιαλεχτούς - γραμματισμένους και σοφούς.

Είχε τη Μάνη για Θεό και τον Ταϋγετο Σταυρό
το δίκηο είχε οδηγό και την αλήθεια φυλαχτό
Περήφανε καθηγητή ο Χάρος τώβαλε βουλή (6)
να ζ΄ αφαιρέση τη ζωή, τη λεβεντιά να γδικηθή (7)

(1)Νόμια = χωριό πλησίον της Κίττας
(2)καλεστική = εννοεί τη γνωστοποίηση του θανάτου
(3)Λαγκαδιά = ονομασία χωριών (Παχιάνικα - Ολυμπίες) της Προσηλιακής Μέσα Μάνης
(4)μαζούχτηκε = μαζεύτηκε
(5)Σολωμού = εννοεί Σολωμόντος
(6)βουλή = πείσμα, γινάτι
(7)γδικηθή = εκδικηθεί

Τούτο το εξαίρετο μοιρολόϊ αφορά τον καθηγητή Πέτρο Καλονάρο , ο οποίος συνέγραψε αξιόλογες μελέτες για τη γενέτειρά του τη Μάνη. Ο Π.Καλονάρος είχε περιηγηθεί ολόκληρη τη Λακωνική την οποία είχε αποθανατίσει με πλήθος καλλιτεχνικών φωτογραφιών που δημοσιεύτηκαν σε διάφορες εφημερίδες και περιοδικά. Ο αείμνηστος Καλονάρος έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης μεταξύ των Λακώνων και των Ελλήνων διανοουμένων.
ΤΟΥ ΕΞΑΡΧΟΥ ΓΡΗΓΟΡΑΚΗ 1780

Χτυπούν καμπάνες λυπηρά
σε όλης της Μάνης τα χωριά
και οι Μανιάτεσςρωτούν
για ποιονε τάχατες χτυπουν

Και ένα γεράκι από ψηλά
σκούζει και τους απαντά
οι Τούρκοι στην Τριπολιτσά
εφάσι με την μπαμπεσιά
τον Εξαρχο τον αρχηγό
του Γρηγοράκη τον υιό.

Το αγροίκησε η Μανιατουριά
και ξεσηκώθη στα άρματα
αντρες , γυναίκες και παιδιά
πάσι στα Γρηγοριάνικα
Ολούθε ξεκινήσασι
με πόνους και ναστεναγμούς
και με κουλούρια στην ποδιά
και με αυγά στην ζωναριά.

Ακούει η μάνα τις φωνές
λέπει και τις παρηγοριές
και κάνει πέτρα την καρδιά
και βγαίνει όξου και μιλά.

Μανιάτες και Μανιάτισσες
στον Εξαρχο δεν μοιάζουσι
παρηγοριές και κλάματα
και τα βαριαναστενάγματα
δεν παν κουλούρια στην ποδιά
ούτε αυγά στην ζουναριά
μόνο του μοιάζει δίκιωμα
ντελέκου και ολήγορα.

Και ο Μανιάτικος λαός
έκαμε όρκο στον Θεό
ξεκίνησε με τον Σταυρό
να κυριεύσει τον εχθρό
Τραβάει για τον Πασσαβά
που ήταν ο Τούρκος ο Αγάς
και ρίχτηκε με τα σπαθιά
και έκαμε δίκια και άδικα.

το κάστρο ξαρματώθηκε
κι ο Εξαρχος δικιώθηκε
με χίλια τούρκικα κορμιά
εδίκιωσε η Μανιατουριά !!!!

Από το Μυστρά ο Χασάν πασάς με κολακευτικά γράμματα προσκάλεσε τον έξαρχο Γρηγοράκη - έναν από τους μεγάλους παράγοντες της οικογένειας των Γρηγοράκηδων - να πάει στην έδρα του, όπου θα συζητούσαν για κάποια τοπικά ζητήματα. Άλλωστε ήθελε να γνωριστούν και να γίνουν «φίλοι». Ο έξαρχος Γρηγοράκης, ανύποπτος, πήγε με την ακολουθία του στο Μυστρά για να φιλοξενηθεί από τον Χασάν πασά στην Τρίπολη.
Η υποδοχή που του έγινε ήταν τιμητική. Στο Μανιάτη αρχηγό και την ακολουθία του έγιναν πολλές περιποιήσεις. Αλλά ξαφνικά ο έξαρχος Γρηγοράκης κι οι Μανιάτες που είχε πάρει μαζί του, βρέθηκαν κρεμασμένοι και μάλιστα αφού προηγουμένως βασανίστηκαν φρικτά!
Το πλήγμα για τους Γρηγοράκηδες ήταν πολύ μεγάλο. Την ημέρα του Πάσχα του 1780 έγινε στο Σκουτάρι μνημόσυνο για τους άνανδρα και σκληρά δολοφονημένους. Τα ολοήμερα σπαρακτικά μοιρολόγια των γυναικών και οι εξορκισμοί τους προς τους άντρες να εκδικηθούν το αίμα των αδικοσκοτωμένων, ξεσήκωσαν τους Μανιάτες. Οι γυναίκες τους έδειχναν το Κάστρο του Πασσαβά.
Με τυφλή μανία για αντεκδίκηση, τα ξημερώματα της Δεύτερης ημέρας της Λαμπρής, 3.000 άντρες και πολλές γυναίκες με επικεφαλείς τους παπάδες πού κρατούσαν την εικόνα της Ανάστασης του Χριστού, επετέθησαν, αλαλάζοντας εναντίον του Κάστρου και μέσα σε λίγες ώρες το πάτησαν με νικητήριες κραυγές. Οι νικητές κατάσφαξαν και τα γυναικόπαιδα πού είχαν καταφύγει εκεί για να σωθούν. Αυτή ήταν και η τελευταία μάχη του Κάστρου του Πασσαβά που από τότε δεν ξαναχρησιμοποιήθηκε.
Η νίκη του Πασσαβά άπλωσε τα όρια της Μάνης ως το Κακοσκάλι. Εδώ οι Μανιάτες έχτισαν κι ένα μικρό κάστρο για την άμυνα τους. Έτσι, ελευθερώθηκε και το Μαραθονήσι. Μια προσπάθεια του Χασάν πασά με 6.000 Τούρκους πού έστειλε από την Τρίπολη, απέτυχε και ο Σερασκέρης αναγκάστηκε να αναγνωρίσει την επέκταση των ορίων της Μάνης.
Mani.org

Ο Δ. Αλεξανδράκος, γράφει: “...Διά τον τραγικόν θάνατον του Εξαρχου, εξ απάντων των χωρίων της Μάνης, πλην δύο, πλήθος συγγενών και φίλων συνέρρευσαν εις την εν Σκουταρίω οικίαν Γρηγοράκη κατά το Πάσχα του 1780, και ενώ ήσαν έτοιμοι ν’ άρξωνται των μοιρολογίων, η μήτηρ του Εξαρχου, ως αρχαία Σπαρτιάτις ωμίλησεν εντόνως: «ο Εξαρχος δεν έχει ανάγκην θρήνων και μοιρολογίων, αλλ’ εκδικήσεως». Εκπληκτος η ομήγυρις ήκουσεν την δημηγορίαν διεπυνθάνετο πώς ηδύνατο να μεταβή και λάβη εκδίκησιν εν Τριπόλει τότε η ανδρεία γυνή διακόψασα, έδειξε διά του δακτύλου το απέναντι του Σκουταρίου κείμενον φρούριον του Πασσαβά, το υπό των Τούρκων τότε κατεχόμενον, και υπό εβδομήκοντα Οθωμανικών οικογενειών κατοικούμενον, παραχρήμα πάντες, νέοι και γέροντες, γυναίκες και παίδες ώρμησαν ως λέοντες και μετά πορείαν ολιγωτέραν των δύο ωρών κατέφθασαν, και το μεν φρούριον του Πασσαβά εξ εφόδου εκυρίευσαν, πάντας δε τους εν αυτώ επέρασαν εν στόματι μαχαίρας...”.

ΤΟΥ ΛΙΑ

Στο διάβολο και στην οργή
να πάη η γλώσσα η Βλάχικη (1)
κι΄ εκείνοι π΄ αναμπαίζουσι (2)
τη γλώσσα τη Μανιάτικη.

Ε Λία μου χοντρό δεντρό
και κυπαρίσσι δροσερό,
πόχεις στη ρίζα κρύο νερό
και στην κορφή χρυσό σταυρό.

Να ζε φυτέψου στο βουνό
φοβούμαι για τ΄ αγριμικό
Να ζε φυτέψου στο γιαλό
φοβούμαι για τ΄ αγριόψαρο.

Θα ζε φυτέψου στην καρδιά,
στο στήθος και στα σωθικά,
να ζε ποτίζου ταχτικά
να ζ΄ έχου για παντοτεινά!!!

(1) εννοεί τη μη Μανιάτικη γλώσσα
(2)κοροϊδεύουν, χλευάζουν

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Με το παρόν μοιρολόϊ η Μανιάτισσα μοιρολογίστρα κλαίει κάποιον συμπατριώτη της, όστις φαίνεται ότι πέθανε καθ΄ ον χρόνον ήργάζετο εκτός Μάνης (ίσως Καλαμάτα κατά τη συγκομιδήν των σύκων) και τον οποίον φαίνεται ότι δεν ήξεραν να μοιρολογήσουν οι μή Μανιάτισσες.

ΠΑΝΟΥ ΚΑΛΛΙΔΩΝΗ (ΜΑΝΙΑΤΙΚΑ ΜΟΙΡΟΛΟΓΙΑ)

ΤΟΥ ΛΙΑ

Στο διάβολο και στην οργή
να πάη η γλώσσα η Βλάχικη (1)
κι΄ εκείνοι π΄ αναμπαίζουσι (2)
τη γλώσσα τη Μανιάτικη.

Ε Λία μου χοντρό δεντρό
και κυπαρίσσι δροσερό,
πόχεις στη ρίζα κρύο νερό
και στην κορφή χρυσό σταυρό.

Να ζε φυτέψου στο βουνό
φοβούμαι για τ΄ αγριμικό
Να ζε φυτέψου στο γιαλό
φοβούμαι για τ΄ αγριόψαρο.

Θα ζε φυτέψου στην καρδιά,
στο στήθος και στα σωθικά,
να ζε ποτίζου ταχτικά
να ζ΄ έχου για παντοτεινά!!!

(1) εννοεί τη μη Μανιάτικη γλώσσα
(2)κοροϊδεύουν, χλευάζουν

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Με το παρόν μοιρολόϊ η Μανιάτισσα μοιρολογίστρα κλαίει κάποιον συμπατριώτη της, όστις φαίνεται ότι πέθανε καθ΄ ον χρόνον ήργάζετο εκτός Μάνης (ίσως Καλαμάτα κατά τη συγκομιδήν των σύκων) και τον οποίον φαίνεται ότι δεν ήξεραν να μοιρολογήσουν οι μή Μανιάτισσες.

ΠΑΝΟΥ ΚΑΛΛΙΔΩΝΗ (ΜΑΝΙΑΤΙΚΑ ΜΟΙΡΟΛΟΓΙΑ)


Του Πέτρου Μιχαλακάκου

Ο Πέτρος Μιχαλακάκος νεαρός έφεδρος στρατιώτης από το Νύφι σκοτώθηκε στην μεγάλη μάχη της Τζουμαγιάς στις 16 Ιουλίου 1913. Μαζί του έπεσε και ο συγχωριανός του Δημήτρης Παπαδάκος εθελοντής. Τον μοιρολόγησαν πολλές καθότι ήταν νέος, γενναίος πρωτύτερα είχε παρασημοφορηθεί και σοϊλής. Το κλάμα έγινε στις 29 Ιουλίου όταν έφθασε το λυπηρό μήνυμα στην Μάνη.

Πηγή Μοιρολόγια της Μ. Μάνης Κ. Κάσση
( απόσπασμα )

Ε Πέτρακα γιορνταμιλή
Έ Πέτρο μόστρα και στολή
Μες τα Μιχαλακιάνικα
Στην μέσα χώρα του Νυφιού
Έ Πέτρακα παλικαρά
Που ήσουν αητός με τα φτερά
Που είχες του λύκου πάτημα

Του λιονταριού ξεκίνημα
Και σ οποιαδήποτε εποχή
Ήσουνα βάρδια μπροστινή
Γέροντας της γεροντικής
Κι είχες κεφάλι αφεντικό
Μανιάτης στα Μανιάτικα
Τι φόβο δεν γνώριζες…


Των Κουτρουλιάνων (Μοιρολόι)

Το παραπάνω μοιρολόι αναδημοσιεύεται από το περιοδικό Πανδώρα που εκδόθηκε την 1η Σεπτεμβρίου του 1869. Αναφέρεται στις τοπικές έριδες και εχθροπραξίες της εποχής μεταξύ της πατριάς των Κουτρουλιάνων (Νικλιάνων) και των Κασσιδόγκονων. Τους οποίους η γυναίκα που τραγουδά τους παρουσιάζει ως κατώτερους που ξεσηκώθηκαν.

1 Τα ελώδη χωράφια με πολλή τίκλα. Αυτά που λασπώνουν.
2 Χωριό κοντά στο Ταίναρο
3 Τα κακής ποιότητας χωράφια
4 Άνθισαν

Του Λεωνίδα Ροζάκη
Ο Λεωνίδας Ροζάκης γενναίος και παράτολμος δικαστικός από την Μάνη (Επαρχία Γυθείου) ήταν εισαγγελέας στην Λαμία. Κατεδίωξε ο ίδιος την συμμορία του λήσταρχου Τσουλή – Παπακυριτσόπουλου. Ωστόσο οι καταδιωκόμενοι του έστησαν ενέδρα και τον σκότωσαν. Γύρω στα 1894. Σήμερα η πόλη της Λαμίας τους τιμά με οδό αφιερωμένη στο όνομά του.
Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτού του μοιρολογιού είναι ότι η γυναίκα που το τραγουδά βρίσκεται σε χαμό- κηδεία άλλου. Κατόπιν άδειας των συγγενών του νεκρού μελετάει και τον δικό της (Ροζάκη). Η συγκεκριμένη τακτική δεν ήταν κάτι ασυνήθιστο στην Μάνη, καθότι θεωρούσαν, ίσως για παγανιστικούς – θρησκοληπτικούς λόγους, πως την ώρα του θρήνου επικοινωνούσαν με τον νεκρό ή πως του απέδιδαν τιμή.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου