ΜΕΖΑΠΟΣ, ΠΥΡΓΟΣ ΠΕΙΡΑΤΗ ΣΑΣΣΑΡΗ

Ο πειρατής Νικολός Σάσσαρης και η δράση του

Ο Νικολός ο Σάσσαρης είναι ο ξακουσμένος μονομάτης Μανιάτης πειρατής του 18ου αιώνα μ.Χ στο αρχιπέλαγος και σ’ όλη τη Μεσόγειο. Το έτος 1748 μ.Χ ο Liveri πρόξενος στα Κύθηρα αναφέρει, ότι στη Μάνη είχε αρματωθεί πειρατικό, που αρμένιζε με μαύρη σημαία .
Οι επιθέσεις του πειρατικού ήσαν πολλές και στόχευαν κυρίως πλοία μέτριας χωρητικότητας.. Το Φεβρουάριο του έτους 1749 μ. Χ. ο εν λόγω Μανιάτης πειρατής με τη φελούκα του έρχεται στα Κύθηρα και κάνει ληστρική επιδρομή στις αποθήκες των Κυθήρων, όμως ένα γαλλικό καράβι, που ήταν ελλιμενισμένο, με κανονιοβολισμούς απομακρύνει τους πειρατές
Το 1750 μ.Χ. ο ίδιος Μανιάτης πειρατής, που τον αποκαλούσαν Μονομάτη ή Μονόφθαλμο συνεχίζει τις επιθέσεις του εναντίον όλων των ναυτιλομένων αδιακρίτως εθνικότητας.
Ο Μονομάτης πειρατής ήταν ο Νικολός ο Σάσσαρης, ο οποίος με τη φελούκα όργωνε τις θάλασσες κι’ αυτός ήταν που κατέλαβε πλοίο πλησίον της Μεθώνης και το οδηγούσε στη Μάνη, συνάντησε όμως τον προβλεπτή του βενετικού στόλου και εγκατέλειψε τη λεία του .
Ο Μονομάτης για να γλιτώσει από το Βενετικό στόλο κατεύθυνε την πορεία του για τη Μάνη, όπου συναντήθηκε με Τούρκικο πλοίο, εγινε συμπλοκή μεταξύ τους και κατά τη συμπλοκή τραυματίστηκαν πειρατές από το τσούρμο του Νικολού, και ο ίδιος σκοτώθηκε.
Το πειρατικό με πολλές αβαρίες κατάπλευσε στον όρμο του Μεζάπου...

-----------------------------------------------------------------------------------------------------
Ο Σάσσαρης καταγόταν από οικογένεια μεγάλη και ονομαστή, τους Σασσαριάνους, με ρίζες από τη Σαρδηνία. Οι Σασσαριάνοι ήταν προεστοί (άρχοντες) στη Μάνη.
Ο Σάσσαρης παντρεύτηκε μία γυναίκα μανιάτισσα. Έκανε μία κόρη. Δεν έκανε γιό. Και στη Μάνη αυτό ήταν πολύ βαρύ περιστατικό. Ξέρουμε ότι συγκρούστηκε με πολλά πλοία και ότι σκοτώθηκε πάνω στη μάχη.
Ο πύργος του μονόφθαλμου πειρατή Σάσσαρη έφτανε κάποτε σε ύψος τα 16 μέτρα. Σήμερα τα ερείπια δε θυμίζουν σε τίποτα τη μεγαλοπρέπεια εκείνης της εποχής. Στο εσωτερικό του είχε ειδικα υπόγεια για να κρύβονται οι Μανιάτες  την εποχή της βεντέτας, ενώ μυστικοί διάδρομοι οδηγούσαν μέχρι τη θάλασσα. Εκεί μέσα σε σπηλιές ήταν κρυμμένες οι βάρκες αλλά και το καράβι του Μονόφθαλμου.
Ο πύργος του Σάσσαρη είχε κανόνια, τα οποία εκλάπηκαν ή πουλήθηκαν. Κάτοικοι θυμούνται ότι υπήρχε εντός του πύργου ένα σπαθί καρφωμένο στον τοίχο που χάθηκε καθώς το πάτωμα είχε πέσει κ ήταν δύσκολη η πρόσβαση.
Λέγεται ότι ο Σάσσαρης θέλοντας να κρύψει το θησαυρό του, είχε βρει μια σπηλιά που δε μπορούσε κανείς να προσεγγίσει. Από τη θάλασσα δεν υπήρχε πάτημα για να ανέβει. Πάνω από το βράχο ήταν πολύ απότομα για να κατέβει κάποιος. Μόνο ο Σάσσαρης που είχε λαξεύσει την πέτρα ήξερε πώς να φτάσει. Σύμφωνα με το θρύλο ο θησαυρός βρίσκεται κάπου εκεί... όμως  κανείς δε μπορεί να τον προσεγγίσει. Άραγε πού να βρίσκεται το θησαυροφυλάκιο;
Το μοιρολόι του κουρσάρου έμεινε από τότε να το τραγουδούν στην Αποσκιαδερή Μάνη και να θυμούνται το Μονόφθαλμο πειρατή και τη γενιά του. Και η Νικολού η Σασσαριάνισα σαν πέρασαν τα τρια χρόνια του πένθους, έκοψε τα μακριά μαλλιά, φόρεσε αντρικά ρούχα, ζώστηκε τα όπλα του άντρα της και ρίχτηκε στο πέλαγος. Έγινε κυρά στο τσούρμο του και καπετάνισσα στα πλοία του. Κούρσευε καράβια και νησιά και άφησε εποχή με τα ρεσάλτα της. Χτυπούσε τα βενετσιάνικα πλοία και κυριώς τα οθωμανικά και τα βύθιζε. Πολεμούσε σαν άντρας. Αλλά συλλογιζόταν σα γυναίκα και κυβερνούσε σα μανιάτισσα. Και πέθανε πάνω στη μάχη.

(Ο Μονόφθαλμος και άλλες πειρατικές ιστορίες, Κατερίνα Καριζώνη, 2009)

 Tο Μοιρολοι του κουρσαρου μονοφθαλμου μανιατη πειρατη Νικολαου Σάσσαρη
  https://www.youtube.com/watch?v=4mLZ0Nl9RUs


Μια σκόλη και μια Κυριακή
λούστηκα και χτενίστηκα
λούστηκα και χτενίστηκα
και στο γυαλί εγυαλίστικα

Μιαν μπομπάρδαν άγγιαξε
στον κάμπο του Μαυρόσπηλου
μαύρα είχε τα κουπία της
μαύρα και τα πανία της

Και στο γιαλό εκάτεβηκα
ρώτησα ένα μουτσόπουλο
ρώτησα ένα μουτσόπουλο
-Που εν ο γκαπετάνιος ζας;

-Εκεί στη Μαύρη Θάλασσα
εκεί συναπαντέθημαν
εκεί συναπαντέθημαν
με τρία καράβια Τουρκικά

Σκοτώθη ο μαύρο Νικολός
σκοτώθη ο καπετάνιο μας
σκοτώθη ο καπετάνιο μας
σκοτώθη ο μαύρο Νικολός

Ε μονομάτη Νικολό
ζε το 'σκουζα το ψυχικό
ζε το 'σκουζα το ψυχικό
μην πάεις κατω στη Τουρκιά
Μη μπάς κουρσάρος και ζορμπάς
μη μπάεις να γδύνεις τα φτωχά
μη μπάεις να γδύνεις τα φτωχά








ΜΕΖΑΠΟΣ Ερείπια του πύργου της οικογένειας Σάσαρη
Ο πειρατής Νικολός Σάσσαρης έζησε κατά το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα.Ήταν Μανιάτης και προερχόταν απ΄τον ισχυρό κλάδο των Φελουριάνων-Κάρλων, οι οποίοι είχαν στενούς δεσμούς με την πόλη Σάσσαρι της Σαρδηνίας.Έδρασε στην περιοχή του Μεζάπου και έγινε γνωστός από το μοιρολόϊ του, που τραγουδιέται ακόμα στη Μάνη, το Μοιρολόϊ του Κουρσάρου.Ο Σάσσαρης είχε βεντέτα με τους Μαυρομιχαλαίους, εξαιτίας της οποίας καταστράφηκε μέρος του πύργου του.Ονομαζόταν Μονόφθαλμος, επειδή είχε χάσει το ένα του μάτι σε πειρατική συμπλοκή.Είχε το κρησφύγετο του στο Μέζαπο, συνήθως κούρσευε μόνος , και το πλοίο του, το οποίο έφερε ρωσική σημαία, λεγόταν Ζαργάνα.Από την πειρατική δράση του Νικολού Σάσσαρη λίγα περιστατικά έχουν γίνει γνωστά.Έδρασε κυρίως στα Κύθηρα και στα νερά της Μάνης, και δεν εξαιρούσε καμία εθνότητα από τις επιθέσεις του.Έχασε τη ζωή του σε μια συμπλοκή με τουρκική φρεγάτα στα τέλη του 18ου αιώνα.
Διακρίνεται ο γκρεμισμένος πύργος του πειρατή Σάσσαρη στο Μέζαπο.
Ο πύργος του πειρατή Σάσσαρη στο Μέζαπο (ΕΙΚΟΝΟΒΙΒΛΟΣ ΜΑΝΗΣ, Γ.Βουρλίτη)

Το Μοιρολόϊ του Κουρσάρου

Λάλησε ο κούκος στα βουνά
κι ο Νικολός στα πέλαγα.
Μια σκόλη και μια Κυριακή,
που την μπρατσέρα αρμάτωσε,
τα παλικάρια σύναξε
και πάει κουρσάρος για κουρσιά
να γδύσει τη φτωχολογιά.

Μια φτωχοπούλα ήμουν κι εγώ, 
κι απέκει θέλησε ο θεός,
κι έγινα καπετάνισσα
και πρώτη Σασαριάνισσα.
Μα κείνος δεν μ΄αγροίκησε 
του κεφαλιού του έκαμε
και εδιάει στους κουρσούς για κουρσιά
να γδύσει τη φτωχολογιά.

Και μες στο πισωγύρισμα
κει που είναι τα βαθιά νερά
σμίξανε κι απαντέθηνα 
μ΄ένα καράβι τούρκικο.
Κανένας δεν εμίλησε, δεν ήξεραν τη γλώσσα τους.

Ο κατάμαυρος ο Νικολός,
που ήξερε τη γλώσσα τους
εβγήκε και αποκρίθηκε.
Του ρήξανε μια μπαταριά
κι εδιάει κάτου στη θάλασσα,
κι όλους τους ελαβώσασι.

Μια σκόλη και μια Κυριακή
λούζο μου  κι’  εχτενίζομου
στο πανεθύρι εκάθομου
με το (γ)καθρέφτη στην (μ)ποδιά
με το φηλυκουλάκι μου 
κι ετήραζα τα πέλαγα,
τήραζα κατηφοριακά
κάτου κατά τη θάλασσα,
μην έρχεται η μπρατσέρα μας.

Και μια μπρατσέρα ανάντιασε
μαύρα ήτα τα πανιά της 
βαμμένα τα κουπιά της,
κι οι ναυτές, που αγναντέψανε,
μαύρα είχανε τα φέσια τους.

Όσο να λουσοχτενιστού
τη σκάλα για να κατεβού,
γιόμισε η μάντρα κι η αυλή
μα ο Νικολός δεν ήτα κεί.
Στεριώθηκα στα γόνατα
ξέπλεξα τα ξανθά μαλλιά,
το μοιρολόϊ να του που.
Όλοι καλώς ορίσατε,
καλό στους καλωσήρθατε
καλό στους του κουνιάδου μου,
και που ναι ο μαύρο-Νικολός,
και πουθε τον αφήκατε
και τον απαρατήσατε
τον ειδικό μου σύντροφο

-Για σώπα νύφη Νικολού
και τήραξε τριγύρω σου..
Άλλοι κουτσοί κι άλλοι στραβοί,
κι όλοι είμαστε σημαδιακοί..
Μόνο ο κουνιάδο μου να ζει
να κάτσει στο χρυσό σκαμνί
και στη μπρατσέρα τη χρυσή,
όπου εκαθότου ο Νικολός
Κι αυτός ας πάει στο καλό…

Από το βιβλίο “Πειρατεία στη Μάνη και στη Μεσόγειο”.Κατερίνα Καριζώνη.Λεωνίδας Γουργουρίνης.Χάρης Γιανόπουλος.  

Εκδόσεις Αδούλωτη Μάνη. Γ.Π.Δημακόγιαννης









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου