ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΔΗΜ.ΚΟΜΠΙΛΗΡΗΣ

ΜΑΝΗ, ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΛΑΜΑΤΑ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΔΙΡΟ
ΚΑΤΑ ΤΙΣ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ ΤΟΥ 1950 ΚΑΙ 1960
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΔΗΜ.ΚΟΜΠΙΛΗΡΗΣ,
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΔΟΥΛΩΤΗ ΜΑΝΗ
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΔΗΜ.ΚΟΜΠΙΛΗΡΗΣ

Το βιβλίο του Παναγιώτη Δημ. Κομπιλήρη "ΜΑΝΗ, ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΛΑΜΑΤΑ ΜΕΧΡΙ ΤΟΝ ΔΙΡΟ, ΚΑΤΑ ΤΙΣ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ ΤΟΥ 1950 ΚΑΙ 1960" εξεδόθη τον Σεπτέμβριο του 2010 και ο Παναγιώτης Κομπιλήρης πέθανε αρχές Δεκεμβρίου του ίδιου έτους. Η κατάσταση της υγείας του ήταν τέτοια τα τελευταία χρόνια που δεν του επέτρεπε να ασχοληθεί με την έκδοση των γραπτών του. Έτσι ανέλαβε η κόρη του  την επεξεργασία και επιμέλεια του πρωτογενούς υλικού που είχε συλλέξει εκείνος και μαζί με τον αδελφό της  έκαναν αγώνα για να προλάβει να το πιάσει στα χέρια του. Η επιθυμία του να εκδοθεί στο πολυτονικό σύστημα και με την ιστορική ορθογραφία κατέστησε την έκδοση εξαιρετικά επίπονη. Είχε όμως την τύχη να προλάβει να το ξεφυλλίσει...



ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ 


Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Προάστιο της Έξω Μάνης. Τελείωσε το Δημοτικό Σχχολείο Προαστίου, το Ημιγυμνάσιο Καρδαμύλης και το Α΄Γυμνάσιο Αρρένων Καλαμάτας. Σπούδασε δυο χρόνια στην Ιερατική Σχολή Κορίνθου (στην περίοδο αυτή ανάγεται η αγάπη και η δια βίου ενασχόλησή του με τη βυζαντινή μουσική).

Φοίτησε στη Μαράσλειο Παιδαγωγική Ακαδημία, έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και αποφοίτησε με άριστα και από τα δύο ιδρύματα. Τελείωσε την Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών Σύρου (ΣΕΑΣ) και υπηρέτησε ως Ανθυπολοχαγός Πεζικού και ως γραμματέας και υπασπιστής ατιστοίχως των Μανιατών στρατηγών Κωνσταντίνου Βεντήρη από τις Γαϊτσές και Στυλιανού Ταβουλάρη από την Καρέα. 


Εργάστηκε στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση. Διετέλεσε Έκτακτος Επιμελητής Αρχαιοτήτων, προσφέροντας αμισθί τις γνώσεις και υπηρεσίες του στον τομέα της προστασίας των αρχαίων και ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για να μνημεία του αρχαίου Λεύκτρου της Μάνης, για τα οποία και δημοσίευσε τη μελέτη "Εις Λεύκτρον".


Φυσιολάτρης με πολλά ενδιαφέροντα, ασχολήθηκε με την περιήγηση, την σπηλαιολογία και την αστρονομία. Αγάπησε όσο λίγοι τον τόπο του, τον περπάτησε απ΄ ακρη σ΄ άκρη και επι πολλές δεκαετίες κατέγραψε τη γλωσσική, ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά της ιδιαίτερης πατριδας του. Εκτός από την παράδοση της Μάνης, κατέγραψε και γλωσσικό, λαογραφικό και ιστορικό υλικό από τη Χίο όπου υπηρέτησε στην αρχή της σταδιοδρομίας του.


Ερήμωση


Κίτρινο φως του φεγγαριού

φέγγει στον παραστάτη

του έρημου σπιτιού.

Σκιές περνούν οι θύμησες,

διαβαίνουν το κατώφλι

του έρημου σπιτιού.


Ανασκαμμένος ο λιακός

Κι΄ αλλού χορταριασμένος,

σημάδια ερημιάς.

Πόρτες που δεν ανοίγουν πια,

συντρίμμια σκαλοπάτια,

σημάδια ερημιάς.


Όλα περνούν και χάνονται

στην άβυσσο του χρόνου,

ελπίδες και χαρές.

Κι΄η ίδια πάντα η ανάμνηση,

που πίσω τους αφήνουν

γέλια, καημοί, χαρές!

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΔΗΜ.ΚΟΜΠΙΛΗΡΗΣ (07.07.1960)











ΠΡΟΣΗΛΙΟ ΛΙΑΣΥΝΟΒΑ
Το περγαμηνό ευαγγέλιο του Σωτήρος βασταζόμενον υπό καλογήρου της μονής (6.8.57)









Ο παλαιός Στρατιώτης στον Αξιωματικό του έπειτα από χρόνια ... (29.4.63)

Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΚΑΙ Ο ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ (Ένα προσκύνημα)


Άν οι ζητιάνοι σαν εμέ δεν έχυναν το αίμα,
οι καπετάνιοι σαν κι εσέ δεν θα φορούσαν στέμμα.
Γ. Στρατήγης , "Ματρόζος"
Ο γέροντας με τα ταπεινά λουλούδια στο χέρι του στάθηκε σκυφτός, μα ακίνητος. Για λίγο όρθωσε όσο μπορούσε τους κυρτωμένους από το βάρος τόσων κοινών περιπετειών και αναμνήσεων ώμους, κοίταξε ψηλά, απελπισμένα την πάλλευκη προτομή του στρατηγού. Νόμιζα πως θα έφερνε το χέρι του στο ακρόφρυδο, μα κρατήθηκε. Περνούσε κόσμος.
Τραβήχτηκα παράμερα, να μη χαλάσω με την παρουσία μου την ιερή, στερνή και τόσο μακρυνή, πέρα από το χρόνο, διαχρονική συνάντηση. Απελπισμένος, σούρθηκε κουρασμένα, αργά, αποχαιρετιστικά, ως το φαρδύ πλατύσκαλο στη βάση της προτομής κι απίθωσε, εκεί στα πόδια της, τα λίγα φτωχολούλουδα των αγρών και κάποιο μισομαδημένο τριαντάφυλλο, πετρώνοντάς τα με ένα βότσαλο, που αναζήτησε εκεί γύρω, και κάθισε δίπλα τους εκεί, πιστό σκυλί στα πόδια του αφέντη, με τους αγκώνες στα  γόνατα και το κεφάλι σκυφτό ανάμεσά τους.
Ήξερα πως οι βαθύτερες γνωριμίες χαλκεύονται μέσα στην πύρα της περιπέτειας και του κινδύνου κι ωστόσο θάυμαζα το μαγνήτη ετούτης της ισχυρής προσωπικότητας, που, τούτη τη γέρικη, πολυπλάνητη ψυχή, ύστερα από 43 ολόκληρα χρόνια, και να τη φέρει εδώ στον Αλμυρό, να βρει τη δύναμη να φθάσει ως εδώ και να έρθει τρεκλίζοντας, παραδέροντας ξεθεωμένη, νηστική, αλλά ζωντανή, να δώσει το τελευταίο "παρών".  Και καταλάβαινα τώρα τέλεια τη σημασία της στερνής ετούτης σπονδής και τι σήμαιναν τα λίγα εκεί δίπλα φτωχολούλουδα, που βγήκαν, θαρρείς, μέσα από τον πόνο και το αίμα μιας ψυχής, που πάνω στα τρεμά κουρασμένα πόδια της βρήκε το κουράγιο να σουρθεί ως εδώ να τ' αποθέσει στερνή  σπονδή στη θύμηση κάποιων αξέχαστων περασμένων.....
Τόλμησα να τον πλησιάσω. "Πώς εδώ;" τον ρώτησα.
"Μια παράγκα, που είχα έξω στην άκρη της Κομοτηνής τη γκρέμισε ο όλμος, η γυναίκα μου σκοτώθηκε, το παιδί μου είναι αγνοούμενο, έχω κάταγμα στην σπονδυλική στήλη και το δεξιό μου χέρι, το βλέπεις, σακατεμένο. Είμαι  73 χρονών  και σέρνομαι ακόμα στους δρόμους, ένα ερείπιο. Κανέναν πλέον δεν έχω, τι περιμένω από τη ζωή. Πήρα τα μάτια μου και κίνησα να βρω κάπου μια ήσυχη γωνιά, όσο γίνεται πιο μακρυά από τις τραγικές αναμνήσεις, να πέσω να πεθάνω".  Προχώρησε αποφασιστικά προς την προτομή.
"Λαμβάνω την τιμή να αναφέρω ΠΑΡΩΝ  στρατηγέ μου..."  Να δίνει τώρα το "παρών" , ύστερα από 43 χρόνια.
"Ξέρεις ήρθα από τη Γκιουμουλτζίνα... (Κομοτηνή Θράκης). Γέρος εγώ φτωχός κι ανήμπορος ανθρώπινο κουρέλι σωστό, μα που σκεπάζει κάτω του μια φλόγα. Τόσο σ΄ αγαπούσα... Ξέρεις, να σε ιδώ. Μόνο να σε ιδώ!" ακούστηκε να ψιθυρίζει. Περίμενε λίγο σαν για να πάρει απόκριση, οι γέρικοι ώμοι κυρτώθηκαν πάλι. ΄Ενας κρυφός αναστεναγμός και αλλαγή τόνου.
"Δε με γνωρίζει πια..... σίγουρα δε με γνωρίζει, αλλιώς, δε γίνεται, θα μου μιλούσε.." ψιθύρισε και πάλι απελπισμένα, ενώ τα χείλη του τρέμισαν, ασυγκράτητα αυτή την φορά, έτοιμα να ξεσπάσουν στο αναφιλητό και στο κλάμα. Μα κρατήθηκε. Οι στρατιώτες δεν κλαίνε, έστω και κάτω από τέτοιες περιστάσεις. Ήταν η μόνη φορά που ο στρατηγός δεν ανταπέδιδε τον χαιρετισμό στον παλιό του στρατιώτη...
"Σε γνώρισε!" του κάνω. "Πώς δε σε γνώρισε... Δεν είδες; Δεν ξέρω αν το ανταριασμένο φρύδι του συσπάστηκε λίγο πριν - μπορεί και να γελιέμαι - μα σίγουρα η ψυχή του, που θα πλανιέται κάπου εδώ ετούτη τη στιγμή, σίγουρα θα σε θυμάται."
Η υγρή θλιμμένη του ματιά στράφηκε προς το άγαλμα, το χάϊδεψε αργά από κάτω ίσαμε απάνω και ήρθε και σταμάτησε στα πέτρινα ακίνητα μάτια. Το κοίταξε ψηλά, αποχαιρετιστικά για πάντα. Ο γηραλέος στρατιώτης έδινε την τελευταία αναφορά στον στρατηγό του.
ΜΑΝΗ, ΠΑΝ.ΚΟΜΠΙΛΗΡΗΣ
Ο παλαιός Στρατιώτης στον Αξιωματικό του έπειτα από χρόνια ... (29.4.63)


















Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου