ΡΙΤΣΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ


ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

Ο Γιάννης Ρίτσος γεννήθηκε στη Μονεμβασία της Λακωνίας το 1909. Εκεί έζησε τα παιδικά του χρόνια και τέλειωσε το γυμνάσιο στο Γύθειο. Νωρίς, το 1916, ήρθε στην Αθήνα. Σε ηλικία 17 χρονών έπαθε φυματίωση, ενώ αργότερα έκανε θεραπείες σε διάφορα σανατόρια.
O Ρίτσος άρχισε να γράφει ποιήματα από τα μαθητικά του χρόνια. Το 1927 δημοσιεύονται τα πρώτα του ποιήματα στο φιλολογικό παράρτημα της «Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας». Αμέσως προξένησε εντύπωση με την ποιητική του γνησιότητα και τον εκφραστικό του πλούτο. Στην Αθήνα ασχολήθηκε με διάφορα επαγγέλματα για βιοποριστικούς κυρίως λόγους, όπως το θέατρο, τη ζωγραφική, την επιμέλεια βιβλίου κ.α.
Σε ηλικία 25 χρονών ο Ρίτσος κυκλοφορεί την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Τρακτέρ» (1934). Υπήρξε πολυγραφότατος και ιδιαίτερα παραγωγικός ποιητής. Μερικές από τις σπουδαιότερες ποιητικές συλλογές του είναι οι ακόλουθες: «Πυραμίδες» (1935), «Επιτάφιος» (1936), «Δοκιμασία» (1943), «Αγρύπνια» (1954), «Η σονάτα του σεληνόφωτος»(1956), «Το παράθυρο» (1960), «Μαρτυρίες Α» (1963), «Μαρτυρίες Β» (1966), «Ορέστης» (1966), «Ισμήνη», (1972) κ.α.
Ο Ρίτσος ήταν από τους ποιητές που δεν έμειναν αμέτοχοι στα πολιτικά δρώμενα της εποχής τους. Αντίθετα, υπήρξε ένθερμος αγωνιστής και ιδεολόγος. Εξαιτίας των αριστερών πολιτικών του πεποιθήσεων υπέστη πολλά βάσανα, ιδιαίτερα στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου, όταν εξορίστηκε μαζί με άλλους λογοτέχνες και πολιτικούς στη Μακρόνησο και στη Λέρο. Επηρεασμένος από τους Ρώσους επαναστάτες ποιητές, θέλησε κι αυτός να διακηρύξει με τα ποιήματα του την πίστη του στις σοσιαλιστικές και φιλελεύθερες ιδέες.
Πρόκειται αναμφίβολα, για ένα από τους πιο σημαντικούς εκπροσώπους της γενιάς του 1930. Πολλά είναι τα βραβεία που του έχουν απονεμηθεί, όπως το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης, το Βραβείο Λένιν, κ.α., ενώ μεταφράσεις των ποιημάτων του έχουν γίνει σε πολλές ξένες γλώσσες. Το 1975 τα ποιήματα του συγκεντρώθηκαν σε μια σειρά τόμων (εκδόσεις Κέδρος), με τον τίτλο «Ποιήματα».
Ο Ρίτσος πέθανε το 1990, στην Αθήνα. 
 ΡΙΤΣΟΣ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ
Aυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ' τα ξένα βήματα,
αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,
αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο.

Eτούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,
σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ' αμπέλια του,
σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Mονάχα φως.

O δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο.
Mαρμάρωσαν τα δέντρα, τα ποτάμια κ' οι φωνές μες στον ασβέστη του ήλιου.
H ρίζα σκοντάφτει στο μάρμαρο. Tα σκονισμένα σκοίνα.
Tο μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δεν υπάρχει νερό.

Όλοι διψάνε. Xρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μια μπουκιά
ουρανό πάνου απ' την πίκρα τους.
Tα μάτια τους είναι κόκκινα απ' την αγρύπνια,
μια βαθειά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στα φρύδια τους
σαν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα σε δυο βουνά το λιόγερμα.

Tο χέρι τους είναι κολλημένο στο ντουφέκι
το ντουφέκι είναι συνέχεια του χεριού τους
το χέρι τους είναι συνέχεια της ψυχής τους -
έχουν στα χείλια τους απάνου το θυμό
κ' έχουνε τον καημό βαθιά-βαθιά στα μάτια τους
σαν ένα αστέρι σε μια γούβα αλάτι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου